ΕΓΩ ΜΕ ΦΙΛΟΥΣ

ΕΓΩ ΜΕ ΦΙΛΟΥΣ
Showing posts with label short stories. Show all posts
Showing posts with label short stories. Show all posts

Monday, September 15, 2008

Ακίνητο


Ο Ευγένιος Δεμούργος-Letraset προκειμένου να πάψει να δέχεται παρακλητικες συνομιλίες χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κατασκεύασε μια δικής του συλλήψεως συσκευή την οποία έχρισε τηλέφωνο και παρόλο που δεν του προσέφερε καμιάς μορφής ασύρματη ή ενσύρματη σύνδεση με οποιοδήποτε δίκτυο, εκείνος επέμενε να τηλεφωνεί με αυτήν.
Στην αρχή η μικρή του αυτή ιδιοτροπία πέρασε με συγκατάβαση και μισόγελα στους γύρω του.
Όσο περνούσε ο καιρός όμως και οι συνομιλίες του πλήθαιναν σε αριθμό και μάκραιναν σε διάρκεια, αποφασίστηκε να του γίνει μια αγαθών προθέσεων συζήτηση μήπως και έρθει στα συγκαλά του.
Κατά την διάρκεια αυτής της συζήτησης και ενώ το αδιέξοδο διαφαινόταν απειλητικό, η συσκευή εξέπεμψε έναν ήχο μεταξύ σειρήνας και κλαρινέτου και ο Ευγένιος ζήτησε συγγνώμη και δέχτηκε την κληση. Μίλησε για πέντε-εξη λεπτά και κατόπιν χαμογελαστός ανακοίνωσε πως έπρεπε να φύγει για μισή ώρα.
Η μισή ώρα έγινε μία και μετά δύο και μετά πολλές πολλές ακόμα. Δεν επέστρεψε ποτέ.
Η συσκευή έκτοτε παρέμεινε σιωπηλή.
Εκτός από μια φορά κάθε δύο μήνες που διέφευγε από το ακουστικό ένας μικρός γαλάζιος ατμός και ακουγόταν κάτι σαν βρισιά.

Friday, June 6, 2008

No plan B


Καμιά φορά ο Ευφρόσυνος Μελέτης έχανε το τραίνο.
Αργούσε να ξυπνήσει. Ή ξεχνιότανε και έπαιρνε άλλο δρόμο και χανόταν. Ή περπατούσε επίτηδες αργά ώστε να το χάσει και να αλλάξει λίγο η ρουτίνα του. Ή ήλπιζε να το χάσει και να πάρει μετά ένα άλλο για να βγει κάπου αλλού.
Όχι πάντα. Μερικές φορές.
Δεν διέτρεχε εξάλλου μεγάλο κίνδυνο. Τραίνο είχε κάθε μισή ώρα. Χάνεις τό 'να, παίρνεις τ' άλλο. Εύκολο.
Συνήθως βέβαια δεν τό 'χανε. Έμπαινε μέσα καθόταν και η μέρα άρχιζε να κυλάει σαν σε τροχιές. Εύκολα.
Όμως μια μέρα τό 'χασε και μετά δεν ήρθε άλλο τραίνο. Εργασίες συντήρησης.
Τρόμος. Ο πούλος. No plan B.
Αναγκαστηκε να διαμορφώσει μια ολόκληρη μέρα χωρίς την ασφάλεια του δεδομένου. Έκατσε 4 ώρες στον σταθμό σκεπτόμενος. Αυτό μόνο του ήταν εξαντλητικό. Οι συνέπειές του αβεβαιες. Σε 4 ώρες συνειδητοποίησε την κατάσταση Μετά έκατσε άλλες τόσες για να βρεί λύση. Μετά γύρισε σπίτι.
Τη άλλη μέρα έχασε πάλι το τραίνο. Πήρε όμως το επόμενο.
Τη άλλη μέρα έχασε πάλι το τραίνο. Πήρε όμως το επόμενο.
Τη άλλη μέρα έχασε πάλι το τραίνο. Πήρε όμως το επόμενο.
Τη άλλη μέρα έχασε πάλι το τραίνο. Πήρε όμως το επόμενο.
Τη άλλη μέρα έχασε πάλι το τραίνο. Πήρε όμως το επόμενο.
Τη άλλη μέρα ήταν στην ώρα του. Πήρε το τραίνο κανονικά.
Μετά δεν ξέρω τι έγινε.

Tuesday, June 3, 2008

Yves Saint Laurent


Όταν πρωτογνώρισα τον Yves δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο ντροπαλός ήταν.
Βρισκόμουν στην Αλγερία με την Loulou de la Falaise και την θεία Τανίτα (αδερφή του πατριού μου) και ήμουν ένας πιτσιρικάς που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν τα γλυκά και ειδικότερα οι χουρμάδες. Ένα βράδυ βρισκόμασταν στο Οράν και η Loulou ( που δεν με άφηνε να την λέω madame αλλά μόνο Loulou) ρώτησε αν θέλαμε να παραβρεθούμε στην τελετή παράδοσης του κλειδιού της πόλης στον Saint Laurent.
Η Τανίτα δέχτηκε με την μία και μου έδωσε να καταλάβω ότι δεν είχα ιδιαίτερη επιλογή. Θα ήταν μια μεγάλη γιορτή εμπρός στο εντυπωσιακό δημαρχείο με μουσική Rai και χορούς και πυροτεχνήματα και η ιδέα δεν φαινόταν κακή. Όμως η έρημος είχε άλλη γνώμη. Μια ασύλληπτη αμμοθύελλα σηκώθηκε κατα τις επτά και σε λίγο δεν έβλεπες την μύτη σου. Έτσι βρεθήκαμε σε μια αίθουσα του δημαρχείου που δεν χώραγε ούτε το 1/10 των καλεσμένων. Η Loulou μας τακτοποίησε σε ένα τραπέζι που ώ του θάυματος είχε στο κέντρο του ένα ασημένιο μπωλ με χουρμάδες. Καθόμουν και κοιτούσα γύρω μου μασουλώντας. Μετά τα διάφορα ταρατατζουμ και λογίδρια και χειροκροτήματα, από τα οποία δεν έβλεπα τίποτα λόγω ύψους και θέσης, το τραπέζι μας γέμισε κόσμο και αντελήφθην ότι καθόμασταν στο προνομιακό τραπέζι του τιμώμενου προσώπου. Ο Yves καθόταν τρεις θέσεις αριστερά μου και ήταν καταβεβλημένος. Χαμογελούσε μονίμως και μάλλον υπέφερε από το όλο γεγονός. Ο Pierre Berge μιλούσε σε όλους και κατ ουσίαν εκείνος διαχειριζόταν την κατάσταση. Pierrot le fou τον έλεγε η Loulou.
Κάποια στιγμή και ενώ είμαι έτοιμος να καταβροχθίσω έναν τεράστιο χουρμά, ο Yves σχεδόν χάνει τις αισθήσεις του και καθως οι ενδιάμεσοί μας έχουν σηκωθεί πέφτει προς το μέρος μου. Πανικός. Μένω ακίνητος και ένα γρήγορο χέρι μου αρπάζει τον χουρμά και του τον δίνει. Μετά από λίγα λεπτά έχει συνέλθει. Μια μικρή υπογλυκαιμία. Πιάνει την συζήτηση με την θεία Τανίτα και γελάνε για το ότι δεν μπορεί να προφέρει την λέξη "τζίτζιφα" που η θεία του εξηγεί ότι είναι η ελληνική λέξη για τους χουρμάδες. Μου χαϊδεύει το κεφάλι και με ρωτά αν με ενδιαφέρει η μόδα.
Φυσικά δεν ξέρω τι να απαντήσω, ώσπου θυμάμαι κάτι που είχε πει η Τανίτα λίγες μέρες πριν . "Ο Armani είναι γίγαντας" του λέω. Ξεραίνεται στα γέλια και απαντά κάτι που κατάλαβα πολύ αργότερα "Είναι μια μαριονέτα που τα νήματά της είναι στο εργαστήριό μου" λέει.
Η θεία δείχνει μπερδεμένη και η Loulou της ψιθυρίζει: "εννοεί τα γυναικεία κοστούμια."

Monday, June 2, 2008

da capo



Είδα ένα παράξενο όνειρο. Κάποιος, λέει, με ξύπνησε λίγο αφού είχα κοιμηθεί και με ανάγκασε να βάλω το ξυπνητήρι μου μια ώρα νωρίτερα. Μόλις ξανακοιμήθηκα είδα το ίδιο όνειρο. Συνέβη άλλες δέκα τουλάχιστον φορές. Όταν ξύπνησα ήταν νωρίτερα από την ώρα που είχα κοιμηθεί. Και ξαναείδα το ίδιο όνειρο.
Μετά ξύπνησα.
Ήταν Δευτέρα πρωί.

Sunday, June 1, 2008

Χαμηλες πτήσεις



Τις Κυριακές τα βράδυα, καλή ώρα τώρα, με πιάνει μια μελαγχολία. Ιδιαίτερα τώρα που καλοκαιριάζει και τα βράδυα είναι γλυκά και γεμάτα μυρωδιές με πιάνει μια μελαγχολία. Όταν με πιάνει μια μελαγχολία πάντα σκέφτομαι την Λία. Κάνει όμορφη ρίμα και έτσι σκέφτομαι την Λία όταν με πιάνει μελαγχολία. Η Λία είναι η κοπέλλα της φωτογραφίας. Η μπροστινή με τα στιβαρά μπουτάκια και τις μπαρμπαρελλόμποτες (Η πίσω λεγόταν νομίζω Σαμσάρα και ήταν Αμερικανοϊρανή σε μια εποχή που το Ιραν ήταν σύμμαχος των ΗΠΑ. Μπορεί όμως να την λέγανε και Gudrun και να ήταν Γερμανίδα, δεν θυμάμαι).
Εδώ βλέπουμε μια φωτογραφία που τράβηξε ο παλιόφιλος Μalko Linge ενώ γυρνούσαμε αεροπορικώς από την Ταγγέρη. Εγω είμαι ο τύπος με τον οποίο μιλά η Λια.
Ήμουν εξαντλημένος από ένα μεθυστικό τριήμερο στο Αμπρ Ελ Χαμουτ. Ο Χασάν παλιός συμφοιτητής από το Eton είχε μόλις παντρευτεί και το γεγονός εορτάστηκε ξέφρενα.
Ενώ κουτουλάω από την κούραση και τον πονοκέφαλο, η Λία με περιθάλπει με ένα χαμόγελο και ασπιρίνες. Έχουμε μόλις γνωριστεί και παρόλο που το μόνο που θέλω είναι ύπνος κατεβάζω τρεις ασπιρίνες και δυο κούπες καφέ Κολομβίας (πετάμε πρώτη θέση) και πιάνουμε την πάρλα. Είναι Ελληνίδα γεννημένη στην Γερμανία και δουλεύει στην Lufthansa από τα είκοσί της.
Φτάνοντας στην Φρανκφούρτη μου προτείνει να με πάει με το αυτοκίνητο στο ξενοδοχείο μου. Είναι Κυριακή μεσημέρι και η ιδέα φαίνεται καλή έως πολύ καλή. Το Frankfurter Hof είναι στο κέντρο και στον δρόμο για κει με ρωτά αν με πειράζει να περάσει από το σπίτι της που είναι στην είσοδο της πόλης, να βγάλει τις μπότες γιατί την έχουν πεθάνει. Καμία αντίρρηση. Σταματάμε σε ένα δίπατο τουβλογενές γερμανικόσπιτο και με ρωτά αν θα περιμένω ή θα έρθω επάνω. Θα έρθω επάνω.
Η πόρτα της ανοίγει και βρίσκομαι ενώπιον μιας εσωτερικής πισίνας στην οποία επιπλέει ένας καναπές και δύο τραπεζάκια με πορτατίφ, το ένα κόκκινο , το άλλο κίτρινο. Δεξιά μου ένα τεράστιο μπαρ άδειο και αριστερά μια συστοιχία ηχείων παίζουν το summertime . Η Λία γδύνεται και βουτάει στην πισίνα. Το ίδιο κάνω και γω και επιδίδομαι σε ένα μακροβούτι για να την πιάσω. Βγαίνω στην επιφάνεια και ακούω το γέλιο της. Είναι πίσω μου και αρχίζει να με σπρώχνει με δύναμη. Μου λέει, "ξυπνα ρε μαλάκα, φτάσαμε" Ανοίγω τα μάτια και βλέπω το ΚΤΕΛ Κηφισού, Κυριακή βράδυ, καλοκαιράκι. Με πιάνει μελαγχολία.