ΕΓΩ ΜΕ ΦΙΛΟΥΣ

ΕΓΩ ΜΕ ΦΙΛΟΥΣ

Friday, April 3, 2009

Ushuaia



Ο Σαμ, ως συνήθως, εμφανίστηκε από το πουθενά. Παραθέτω το γράμμα και τις φωτογραφίες του.

" Είμαι στο τέλος του κόσμου, σπεσιαλμήτσε! Και δεν πρόκειται για μεταφορά, ούτε για σχήμα λόγου. Είμαι στο τέλος του σκατόκοσμου. Χα!
Το τέλος έχει όνομα και λέγεται "Ushuaia". Είναι η νοτιότερη πόλη της γής. Μεγάλη πόλη, καμια εξηνταπενταριά χιλιάδες ψυχές. Πως έφτασα; Γιατί; Μην τα ρωτάς. Το Μπουένος Αϊρες με απέβαλε. Ήμουν το λάθος μόσχευμα. Υπέροχη, υπέροχη πόλη. Μα όχι για μένα, όχι για τώρα. Οι γυναίκες βλέπεις....
Πρέπει να γεράσω λίγο ακόμα. Πρέπει να θέλω να μείνω για να πάω εκει. Και χρειάζομαι πιο πολλά λεφτά. Στην σάπια αργεντίνικη οικονομία οι ευκαιρίες λιγοστές. Θα πεις κι εδώ Αργεντινή είναι αλλά εδώ μου έκατσε αλλιώς. Βρέθηκα σε ένα κρουαζιερόπλοιο που σάλπαρε κατά την Ανταρκτική. Εδώ τώρα είναι φθινόπωρο, καταπληκτική εποχή. Οι Αμερικάνοι πληρώνουν ένα σωρό λεφτά για να δουν το πρώτο χιόνι στην γη του πυρός. Εγώ πάλι σκέφτηκα, μια που είμαι εδώ να επισκευθώ το πιο νότιο σημείο του πολιτισμού και ίσως να δω και εκείνο το Φάρο στην Ακρη του Κόσμου που διάβαζα στο βιβλίο του Βερν τα καλοκαίρια στης θείας Τανίτας.
Κατέβηκα στην Ushuaia γιατί τα χρήματα που κέρδισα παίζοντας πιάνο στο πλοίο ήταν λιγότερα από όσα έχανα το βράδυ στο καζίνο. Κι επίσης κατέβηκα γιατί εδώ με βρήκε το πρώτο χιόνι. Το είδα συμβολικά το πράγμα.
Φυσάει τρομερός αέρας. Κάνει κρύο. Είναι κάτι σαν Οκτώβρης αλλά σκέψου ότι ακόμα και το καλοκαίρι η μέση θερμοκρασία είναι γύρω στους 7-8 βαθμούς. Φυσάει τόσο που τα δέντρα μεγαλώνουν πλαγίως. Πλαγίως! Έργα τέχνης τα άτιμα. Τσόκλης! Χαχα!
Όπως και νά 'χει δεν είμαι μόνος. Εδώ μένει τουλάχιστον τους καλοκαιριούς μήνες ο Colin Chapman, ο παλιός μας φίλος από την Αγγλία, ο Golden Boy! Τον θυμάσαι; Έχει μια τουριστική επιχείρηση και κάνει μικρές κρουαζιέρες στο Εθνικό Πάρκο της Γής του Πυρός. Θα ναι για κανέναν μήνα εδώ και μετά την κάνει για Καραϊβική. Μπορώ να μείνω στο σπίτι του. Δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο αλλά είναι ζεστό και τζάμπα. Η πόλη είναι παράξενη. Δεν την έχω δει ακόμα
καλά, αλλά μοιάζει λίγο με Νορβηγία. Ζωντανή αλλά βέβαια τον χειμώνα θα δείξει. Υπάρχει και μια καλλιτεχνική ψιλοσκηνή ακούω. Θα δούμε.
Λέω να στήσω εδώ το καφέ που σκεφτόμουν. Τι χλιδή. Το Καφέ στην Άκρη του Κόσμου!
Ο τελευταίος Φραπέ πριν την Ανταρκτική. Λουκούμια κι Έλκηθρα!
Προς το παρόν απολαμβάνω μια τοπική λιχουδια, κάτι θεσπέσια κόκκινα καβούρια που έχουν εδώ, τα fueguerina spider crab, σαν γιγάντιες κόκκινες αράχνες. Γιαμ, γιαμ!
Θε έχεις νέα μου σύντομα. Μόλις οργανωθώ. Δεν είσαι κι άσχημος μετα την πλαστική. Χαχα! Πρέπει να σε στείλω στο μέλλον σε δικό μου άνθρωπο. Γεια σου σπέσιαλμήτσε. Ακολουθει φωτό του καβουριού.

Thursday, April 2, 2009

Κάνε χώρο κυρ μανάβη, έρχεται η Άνοιξη!


Κάθε φορά που συνδέω το λεμόνι με τον λαμπτήρα η αίσθηση είναι η ίδια. Κάτι σαν αβεβαιότητα, αλλά με μια μικρή φυσαλιδα στο στομάχι ή στο στήθος. Δεν μπορώ να πω περισσότερα για αυτό. Δεν είναι ότι δεν θέλω είναι ότι πραγματικά δεν μπορώ. Δυστυχώς η μέθοδος δεν είναι ανάμεσα στα χαρίσματά μου κι έτσι δεν ξέρω πως να αναλύσω τα πράγματα.
Παρόλα αυτά η αίσθηση του λεμονιού και του λαμπτήρα είναι υπαρκτή και η μικρή γροθιά που δέχομαι, αδύναμη σαν νηπίου, είναι το κοντινότερο που μπορώ να φανταστώ.
Το γράψιμο βοηθά βέβαια στην κατανόηση των πραγμάτων.

Άλλο να επιπλέεις σε μια ζεστή θάλασσα, άλλο να κολυμπάς σε μια ταραγμένη ζεστή θάλασσα, άλλο να παλεύεις σε μια τρικυμιασμένη ζεστή θάλασσα, άλλο να είσαι χαμένος σε μια παγωμένη θάλασσα, κι άλλο να περιφέρεσαι σαν έμβρυο σε έναν πλακούντα.


Μια μυθιστορηματική ζωή, προϋποθέτει την δημιουργία ένος μύθου και την χρονική απόσταση. Κατά τα άλλα είναι μια κανονική ζωή, για αυτόν που την ζει.

Κάτω το εικοσιτετράωρο! Ελευθερία στον χρόνο! Φτιάξε την μέρα με όσες ώρες θες!
Χρόνος, Είναι, Το δίκιο του Ξενύχτη!
Η ισημερία είναι παγκόσμια γιορτή. Η μέρα κι η νύχτα με δικαίωμα ψήφου.

Από ότι άκουσα έχει ήλιο σήμερα.

Thursday, March 12, 2009

Το τέλος του κόσμου


Το κακό δεν υπάρχει. Είναι όλα καλά.
Το καλό δεν υπάρχει. Είναι όλα χάλια.
Το χαλί είναι όλο κακά.
Το χακί 'ναι χα χα χα!
Η απόσταση από το καλό στο κακό, είναι όση από το χαλί στο χακί. Ένα λάμδα δρόμος. Ή ένα κάππα δρόμος.
Στον πλανήτη μυαλό γίνονται όλα. (Εδώ μπορει να το γραψει κανείς και "Στον πλανήτη μυαλό, όλα γίνονται!")
Γεγονός είναι ότι υπάρχει παγκόσμια οικονομική κρίση. Η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι μέρος της παγκόσμιας οικονομίας. Η ύφεση δεν νοειται χωρίς ανάπτυξη. Και επίσης το σολ ύφεση είναι το φα δίεση.
Ο πλούτος είναι πλασματικός. Τα πάντα είναι ατμός. Θρασύβουλας.
Έχετε βολευτεί. Παει και τελείωσε. Όσο χρειάζεσαι λαπτοπ από την Κίνα είσαι επιρεπής στην ύφεση. Όσο θες την τσιπούρα να κάνει 5 ευρώ το κιλό είσαι επιρεπής στην ύφεση.
Όσο τα βιολογικά εστιατόρια έχουν άγριες καραβίδες Μαδαγασκάρης στο μενού είσαι επιρεπής στην ύφεση. Όσο θες ο παραδοσιακός ξενώνας στο Ζαγόρι να έχει τζακούζι είσαι επιρεπής στην ύφεση.
Μέτρα κατά της ύφεσης: "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" του Σελίν, η τζαζ, το αλεύρι με νερό μαγιά και αλάτι, το περπάτημα, η Εθνική Πινακοθήκη, το πιάνο, κρασί χύμα από ρέκτη οινοπώλη, το τραγούδι, οι γάτες, η κουβέντα.
Αιτίες της ύφεσης: Ο Σάκης, ο Λάκης, ο Πατάκης, ο Βουλγαράκης, ο Μαρκογιαννάκης, ο Δασκαλαντωνάκης, ο καβουρογαμόσαυρος ο αμμώδης ο μεταναστευτικός, ο Μπάμπης ο Βωβός,
ο Μιμίκος ο γιατρός. Και ο τύπος με το πούρο-εξάτμιση.

Τέσερεις Ιάπωνες πήγανε μια μέρα για φαγητό σε ένα σουβλατζίδικο του Κυότο.
Ο σουβλατζής με παραδοσιακό τρόπο τους μύησε στην ιεροτελεστία του κοκορετσίου.
Κατόπιν εκτύπησαν και τρεις γύρους έκαστος και στο τέλος πήραν έναν χαλβά σιμιγδαλένιο στα τέσσερα. Το δείπνο συνοδεύτηκε από ρετσίνα Κουρτάκη, κάθε μέρα γιορτή.
Πλήρωσαν πολλά γιεν, σε αντιστοιχία 170 ευρώ περίπου.
Θεώρησαν το ποσό λογικό καθότι επρόκειτο για έθνικ εστιατοριο με σπάνιες γεύσεις.
Ο εστιάτορας ήταν Ιταλός. Οι Ιάπωνες δεν κατάλαβαν την διαφορά.

Μαθαίνω ότι ο Σαμ ετοιμάζεται να ανοίξει ένα καφέ, αλλά όχι στο Μπουένος Άιρες, όπου και τα βρήκε μπαστούνια.

Sunday, February 15, 2009

Σύμπτωση



Το special δίπλα στο mitsos μου το κόλλησαν οι συμφοιτητές μου επειδή έφτιαχνα (και φτιάχνω) μεταξύ άλλων special cappuccino.
Αυτό δεν είναι κάτι σπουδαίο βέβαια, πολλοί φτιάχνουν special cappuccino. Αλλά τότε τύχαινε μόνο εγώ να έχω μηχανή για cappuccino. Οπότε το αχούρι μου είχε γίνει ατύπως ιταλικό καφεποτείο και έτσι ανάμεσα σε διάφορα ψευτοιταλικα η λέξη special έδινε κι έπερνε. Μια λεξη που ούτως ή άλλως χρησιμοποιώ κατά κόρον.
Για όσους δεν γνωρίζουν την υψηλή τέχνη του καφέ, ένας καλός cappuccino χρειάζεται πάνω από όλα ηρεμία και χρόνο. Θέλει τα έτσι του και τα αλλιώς του, τις θερμοκρασίες του, τον συγχρονισμό του, το σωστό γάλα, τον σωστό καφέ και αυτοσυγκέντρωση. Είναι λίγο σαν άλμα επί κοντώ. Πρέπει να περάσεις ένα κάποιο όριο, αλλιώς δεν κάνεις τίποτα.
Η τεχνική του καφέ είχε τα αποτελέσματά της πάνω σε ένα χαώδες ον σαν και μένα. Με έκανε πιο προσεκτικο, πιο παρατηρητικό αν θέλετε. Ειδικά στο θέμα του αφρού.
Θα έχετε πιθανόν παρατηρήσει τα διάφορα σχήματα που δημιουργούν οι μεγάλοι μάστορες των κεντρικών καφέ, με μόνη παλέττα το καφέ του καφέ και το ασπρο του αφρόγαλου. Τι καρδούλες, τι κρεμμυδοειδή καμπαναριά, τι φατσούλες, τι καραβάκια. (ναι, καραβάκια).
Εγώ αδιαφορώ για αυτά. Δεν φτιάχνω σχήματα. Αγαπώ την σύμπτωση. Σαν τους μάγους της μαμάς Αφρικής που πετούν α κόκκαλα στο χώμα και μετά τα παρατηρουν πως έπεσαν και βγάζουν συμπεράσματα για την ζωή.
Τα σκεφτόμαι όλα αυτά ενώ κοιτώ έξω από το παράθυρο της βεράντας. Είναι ένα καταπληκτικό απόγευμα. Από αυτά που δεν αντέχω να τα βλέπω, δεν ξέρω γιατί. Ηλιόλουστο, κρύο, πεντακάθαρο, πορτοκαλί. Τα ηλιόλουστα απογέυματα στην Αθήνα είναι πορτοκαλί με την βούλα. Στην Λάρισα ας πούμε είναι πιο μενεξεδιά. (Το ξέρω, έχω φυλάξει σκοπιές)
Κοιτάω λοιπόν μερικές σκιές που μπερδεύονται με μερικά κλαδιά, που μπερδεύονται με ένα καλώδιο, που μπερδεύεται με μια καπνοδόχο, που μπερδεύεται με πλακάτο μπλε του ουρανού από πισω, που μπερδεύεται με την ίδια του την αντανάκλαση σε ένα τζάμι. Το σύνολο έχει κάτι το υπέροχα κιτς. Είναι μια στιγμή. Μια σύμπτωση. Σκέφτομαι ότι αυτό δεν το φτιάχνεις συνειδητά με τίποτα. Το προσεγγίζεις αν είσαι καλός ζωγράφος ή φωτογράφος ας πούμε, αλλά
δεν πρόκειται ποτέ να είναι αυτό που βλέπω εγώ. (Που έβλεπα, γιατί τώρα έπαψε να υπάρχει).
Το τυχαίο είναι το πραγματικό. Τι αφέλεια να προσπαθείς να βρεις νόημα πίσω από το τυχαίο.
Τι πραγματικό κρίμα. Μόνο προσωπική ερμηνεία. Νόημα δεν υπάρχει.
Σκέφτομαι ότι είμαστε οι αισθήσεις μας. Τίποτε άλλο.
Χτες έλεγε ένας (ο Σερλοκ Χολμς συγκεκριμένα): Θεε μου, αν υπάρχεις, σώσε την ψυχή μου, αν υπάρχει. Εγώ θα έλεγα: Θέε μου, αν υπάρχεις, μην ασχολείσαι μαζί μου, αν υπάρχω.
(Μα τι σκατά με έπιασε σήμερα! Έλα Παναγία μου, αν υπάρχεις)

Saturday, February 7, 2009

Μεθοδολογία


Αναρωτιέμαι καθημερινά, σχεδόν κάθε στιγμή, προς τα που πάω . Προς τα που να πάω. Σπάνια αναρωτιέμαι από που έρχομαι. Σπάνια που είμαι.
Δεν έχω εξήγηση σε αυτό.
Ο Σαμ υποστήριζε, τον καιρό που κάναμε παρέα, πως βρίσκομαι σε μια ορισμένη φάση και πως δεν πρέπει να με απασχολεί αυτό καθ'αυτό το γεγονός του γιατί αναρωτιέμαι, αλλά πως μεγαλύτερη σημασία έχει ή να απαντήσω επιτέλους ή να σταματήσω να αναρωτιέμαι. Το γιατί είναι δευτερεύον έλεγε.
Το αναφέρω τώρα αυτό, γιατί η φαση που έλεγε ο Σαμ είναι αφ' ενός κάπως μεγαλύτερης διάρκειας από όσο υποθέταμε τότε, και αφ' ετέρου γιατί πρόσφατα διαπίστωσα πώς μερικές φορές η αναζήτηση είναι σαν να έχεις έναν φακό και να προσπαθείς να βρεις την έξοδο από ένα κτίριο ενώ κανονικά θα έπρεπε να ψάχνεις να βρεις τον διακόπτη για το φως.
Το κόλπο έγκειται στο γεγονός ότι ΔΕΝ μπορείς να βγεις από το κτίριο. Πρόκειται περί απάτης. Το κτίριο κινείται μαζί σου και ο φακός κάποια στιγμή θα σε εγκαταλείψει. Άρα όσο το συντομότερο ανάψεις το φως τόσο το καλύτερο.
Αυτό ο Σαμ δεν το ήξερε και εγώ το υποπτεύθηκα πρόσφατα. Είμαι σχεδόν σίγουρος τώρα, πόσο μάλλον που το κτίριο είναι τεράστιο και οι διακόπτες πολλοί.
Εξυπακούεται ότι ύστατη πράξη ρομαντισμού είναι να εξακολουθήσεις να αναζητείς την έξοδο με τον φθίνοντα φακό σου. Και ύστατη πράξη ανατροπής να την βρεις.
Μετά είναι και το άλλο. Όταν με το καλό βρεις τον διακόπτη και ανάψει το φώς (αν πούμε ότι δεν έχει καεί ή βραχυκυκλώσει) το πιο πιθανό είναι ότι σε ένα φωτισμένο δωμάτιο θα βρεις και την έξοδο. Θα την δεις. Κι ας κινείται και το κτίριο. (Αν υπάρχει έξοδος).
Ένας άλλος τρόπος είναι να αδιαφορήσεις για φακούς και διακόπτες και να αρχίσεις με μέθοδο και υπομονή να ψηλαφείς το χώρο. Να, αυτό είναι μια καλή ιδέα.

Και τώρα οι συμβουλες μας για χειροτέχνες:

Ένας συμφοιτητης, μια φορά, είχε την ιδέα να πλύνει τον εγκέφαλό του. Υπέθετε ότι έτσι θα ξεφορτωνόταν ένα μεγάλο λασπώδες βουνό που είχε συσσωρευθεί με τα χρόνια εκεί μέσα. Επέλεξε έναν έξυπνο τρόπο. Θα τοποθετούσε έναν σωλήνα στον δεξί του κρόταφο και θα άνοιγε μια τρύπα στον αριστερό. Το νερό θα περνούσε με δύναμη και θα παράσερνε τις ακαθαρσίες.
Το γεγονός ότι η μέθοδος μοιραζόταν στοιχεία αυτοκτονίας δεν τον έβαλε τόσο σε σκέψεις, όσο το γεγονός ότι δεν ηταν σίγουρος αν οι μπούρδες είναι υδατοδιαλυτές. Το σχέδιο ανεβλήθη.
Μετά δοκίμασε το ίδιο χωρις νερό αλλα με αλκοόλ. Λειτουργησε θαυμασια και δεν χρειάστηκε καν να ανοίξει καινούριες τρύπες. Απλώς η πλημμύρα παρέσυρε και κάνα δυό άλλα περιεχόμενα.
Don't try this at home.
Ως τέλος μια μικρή bonus φωτογραφία

Sunday, January 18, 2009

Γενέθλια



Δεν φέρω καμιά ευθύνη! Έχω να γράψω καιρό για πολύ σημαντικούς λόγους που και να τους εξηγούσα θα φαινόμουν ανόητος. Ευτυχώς οι λόγοι εκλείπουν σιγά σιγά. Παρόλα αυτά, σήμερα, έλαβα από το πουθενά το κείμενο που ακολουθεί συμπεριλαμβανομένου του τίτλου της ανάρτησης. Είναι από τον Σαμ. Βάση της συμφωνίας μας πρέπει να το ανεβάσω. Όσον αφορά εμένα, θα τα πούμε εν καιρώ.

O Sam γράφει:

Κάθομαι στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Είναι η δεύτερη μέρα που μπορώ να τραφώ μόνος μου. Δεξιά μου νοσηλεύεται με τραύμα από σφαίρα ο Marty Banks, έμπορος πρέζας , φυλασσόμενος από έναν θηριώδη Νοτιοαφρικανό, τον Linus που σιχαίνεται δύο πράγματα. Τους εμπόρους πρέζας και τις κουβέντες. Κανονικά θα έπρεπε να είμαι μόνος μου στο δωμάτιο, έτσι είχε κανονίσει ο πρόξενος αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε χώρος. Μετά την περιπέτεια στο Mogadishu και την επιτυχή έκβαση της πειρατείας του Sirious Star στην οποία μεσολάβησα, προσπάθησα να κάνω το ίδιο και για το δικο μου πλοίο, προσφερόμενος να μεταφέρω ο ίδιος τα λύτρα. Βρέθηκα στην θάλασσα από αυτά τα καθάρματα, και θα ήμουν τροφή της πλούσιας πανίδας του ινδικού αν δεν με ψάρευε μια ακταιωρός του γαλλικού ναυτικού. Με τα πολλά και λόγω των γνωστών μου σχέσεων με τους βρετανούς βρέθηκα σε αυτό το αναρρωτήριο του Capetown. Σε δυό τρεις μέρες θα είμαι καλά αν εξαιρέσουμε τον δεξί μου ώμο που ένας θεός ξέρει πότε θα σταματήσει να πονάει.
Ο γείτονας πρεζέμπορος, έχει όρεξη για κουβέντα. Όλο ρωτάει πράγματα. Ο Linus ο φρουρός του λέει γύρω στα 50 shut-up την ώρα και ενίοτε του αγριεύει. Εγώ κάνω πως δεν καταλαβαίνω.
Κοιτώντας έξω, στο όμορφο πάρκο βλέπω να περνούν διάφοροι. Ενίοτε περνάει και κάποιος κάνοντας ιππασία. Πολλά άλογα εδώ. Και πολλά ποδήλατα.
Παρατηρώ έναν ασπρομάλλη να περνά έφιπος αρκετά μακρυά. Στον τοίχο δίπλα στο παράθυρο έχει ένα ημερολόγιο. 18/1.
Η Νότιος Αφρική έχει την ίδια ώρα με την Ελλάδα. Αρα και κει μέρα θά 'ναι , ένα ηλιόλουστο πρωινό πιθανόν. Πιο κρύο από εδώ. Εκει είναι χειμώνας τώρα.
Χτυπάω το κουδούνι της νοσοκόμας. Την ρωτάω αν υπάρχει πρόσβαση ιντερνετ στο κτήριο. Σε λίγο έρχεται με ένα αρχαίο λαπτοπ. Ξέρει ποιος είμαι και με συμπαθεί. Μου λέει να γράψω ότι θέλω και να της πω που να το στείλει.
Έτσι βρέθηκα να γράφω αυτές τις γραμμές.
Ο πρεζέμπορος έχει εντυπωσιαστεί. Τον αγνοώ.
Σκέφτομαι ότι η περιπέτειες του καθενός μας είναι ανεξάρτητες από χώρο και χρόνο. Άλλος βολοδέρνει στα χιόνια φερ ειπείν πηγαίνοντας στους πόλους , άλλος βολοδέρνει στο γραφείο του, πάλι πηγαίνοντας στους πόλους. Όλοι αντιμετωπίζουν δαίμονες. Υπάρχουν τόσοι δαίμονες. Σκοτεινοί, φωτεινοί, δόλιοι, αόρατοι, αμετακίνητοι. Η γεωγραφία είναι σχετική. Η πόλις θα σε ακολουθεί που έλεγε κι ό Ποιητής. Με πιάσαν τα συναισθηματικά όπως καταλάβατε. Είναι που γράφω για κάτι γενέθλια ενός υπόγειου συντρόφου από ένα παράλληλο σύμπαν.
Τα σχέδιά μου μόλις βγω από εδώ είναι ήδη κατεστρωμένα. Με ένα μικρό ποσο που εξασφάλισα από την πλοιοκτήτρια του Sirious Star θα ανοίξω ένα cafe στο Buenos Aires. Ρωτάτε γιατί εκεί; Έχει καλούς καφέδες, κακή οικονομική κατάσταση, άρα τα φράγκα μου θα πιάσουν τόπο και επίσης δεν έχω πάει ποτέ μου. Ενα cafe είναι μια εξαιρετική βάση για αλητείες.
Σπέσιαλ μίτσε, τις ευχές μου. Ήθελα να ΄ξερα τι τό 'κανες το μπόγκ. Παρακαλώ ανέβασε το παρόν με τον τίτλο "γενέθλια".

Hasta Manana!

Sam.

Monday, November 17, 2008

Τα σχόλια


Μέρα πού ναι, ανέβασα τον Βλαντιμιρ Ίλιτς Ουλιάνοφ. Υπεύθυνο για ένα μέρος της δόξας της Αριστεράς. Φαντάζομαι ότι ο Σαμ θα είχε να διηγηθεί κάποια συνάντηση μαζί του αλλά ο Σαμ μας τελείωσε.
Έτσι εγώ απλώς ανέβασα τον Λένιν. Εϊναι βέβαια γυμνός στην σάουνα αλλά δεν παύει να είναι εκείνος. Ένας άγιος της αριστεράς, και δη της μη διασπασμένης σε Σταλινικους και μη.
Δεν τον θυμηθηκα ακριβώς λόγω της ημέρας. Έτυχε να βρω την φωτογραφία του μπροστά μου. Με τους αγίους όλων των κατευθύνσεων δεν τα πάω καλα.
Το μπλόγκ είναι ένας έρημος τόπος γεμάτος αντήχηση. Δεν ξέρω πως τα κατάφερνε ο Σαμ αλλά
εγώ δυσκολεύομαι αφάνταστα. Τόσα λεφτά έδωσα και κάθομαι και το κοιτώ με τις ώρες. Είμαι ακοινώνητος αλλά δεν ήξερα ότι είμαι και άδειος. Δεν βγαίνει τίποτα τις περισότερες φορες. Έχω γεμίσει μισοτελειωμένες αναρτήσεις. Θα μπορούσα να γράψω για μένα, αλλά τι ανοησία να γράφεις για σένα σε ένα μπλογκ. Σαν να δημοσιοποιείς το ημερολόγιό σου. Τι νόημα θα είχε.
Σήμερα έκανα εκείνο και τούτο και σκέφτηκα αυτό και το άλλο και θεωρώ και πιστεύω και κρίμα και μπράβο και τέτοια. Γι αυτό και δεν θέλω σχόλια. Μου αρέσει να διαβάζω και πιθανόν να μου αρέσει και να γράφω αλλά τα σχόλια δεν τα καταλαβαίνω. Είναι δύο ειδών. Τα χτυπήματα στην πλάτη και τα χτυπήματα στα παπάρια. Σιχαίνομαι τα χτυπήματα στην πλάτη, και τα χτυπήματα στα παπάρια πονάνε. Οπότε άστα τα σχόλια. Θα μου πεις μπορεί κάποιος να σου πει κάτι έξυπνο, να ανάψει η συζήτηση. Ελα μωρε. Ποια συζήτηση να ανάψει; Και νομίζεις ότι έχω εγω διάθεση να κοιτάω κάθε τρεις και λίγο το μπλογκ να δω τι μού πανε και να χαρώ και να θυμώσω και να συζητήσω; Και μετά η συζήτηση είναι σαν πυρκαγιά. Πάει όπου γουστάρει. Άντε να την μαζέψεις. Ο καθένας ξεφεύγει από το θέμα γιατί σου πετάει ένα κομμάτι εγώ και χαίρεται. Η συζήτηση δεν γίνεται έτσι χύμα. Θέλει στόχο. Με mail μάλιστα. Λες, λεει, ξαναλες ξαναλέει. Καταλήγετε κάπου. Με κρασί επίσης μάλιστα. Με φασαρία ναι. Με πολύ κόσμο σε καναπέδες ναι. Υπάρχει η ένταση της αμεσότητας.Αλλά με σχόλια όχι. Όχι για μένα. Με κουράζει και με αναγκάζει να είμαι ευγενικός. Και εγω δεν είμαι ευγενικός. Είμαι γουρούνι που φέρεται ευγενικά. Οπότε άστα. Πιέζομαι.
Επένδυσα σχεδόν όλα μου τα χρήματα σε αυτό το μπλογκ. Για να βρώ κάτι που ψάχνω. Ο Σαμ με νομίζει ματσό. Τι παρεξήγηση!
Τώρα ώρα για πατατόσουπα.
Και μια ακόμα φωτό του συντρόφου ως παιδί. Όλοι ήταν κάποτε παιδιά.

Tuesday, November 11, 2008

Το κλείσιμο της πόρτας, και το αεράκι που προκαλεί.



Τώρα που είμαι εδώ μόνος μου, αναρωτιέμαι άν έπραξα σωστά.
Ο Σαμ έφυγε νομίζοντας πως πάει στην Σαγκάη, νομίζοντας ότι ξεμπέρδεψε με τους διώκτες του νομίζοντας ότι είναι ελεύθερος, νομίζοντας ότι το πλοίο θα πιάσει στην Κύπρο, ή οπουδήποτε αλλού. Το καλό με τις συμπτώσεις είναι ότι ερμηνεύονται με διάφορους τρόπους, αναλόγως πως θες να τις ερμηνεύσεις. Ο Σαμ ερμήνευσε τα πράγματα με την δική του ματιά. Παντα ο Σαμ ερμηνεύει τα πράγματα με την δική του ματιά. Η ματιά του Σαμ είναι αυτή που έχει σημασία. Ο Σαμ προκαλεί, εκθέτει, ανακατεύει τα πράγματα, παράγει τυχαιότητα. Ο Σαμ ξεγλυστράει πάντα, βγαίνει από πάνω, νομίζει ότι κάνει ότι γουστάρει.
Την πάτησε όμως. Του την έσκασα. Yeah baby! Yeah! Του την έσκασα του καριόλη! Του μαλάκα! Του αντιπαθητικού! Του ξερόλα! Του βλαμμένου καρακιτσάτου γουνοφορεμένου αρχιηλίθιου! Του γκομενοκυνηγιάρη, μοναχοφάη σκατόψυχου. Αει σιχτίρ Σαμ! Στα τσακίδια!
Παρόλα αυτά αναρωτιέμαι αν έπραξα σωστά....
Κοιτάω τις αναρτήσεις του και βλέπω ότι τον συμπαθώ τον μπαγάσα. Τον λυπάμαι κιόλας. Εγώ βλέπεις είμαι ωραίος ενώ εκείνος είναι σαν σάπιο φυρίκι. Ας είναι.
Φυσικά δεν έχω καμιά διάθεση να γράφω στο blog του. Του υποσχέθηκα να αναρτώ ότι στέλνει, αλλά αν δεν στέλνει (και πως να στέλνει ο δυστυχής..) δεν ξέρω αν θα γράφω εγω. Δεν είναι και ο τομέας μου. Παρόλο που ποτέ δεν ξέρεις....
Ας πούμε τώρα, αυτή την στιγμή, γράφω. Γράφω ότι δεν θα γράφω. Αρα μπορώ να γράφω, αρκει να γράφω ότι δεν θα γράφω. Γεγονός είναι ότι γράφω. Είτε γράφω ότι δεν θα γράφω, είτε γράφω, το αποτέλεσμα είναι ένα και το αυτό. Γράφω. Δεν γίνεται να μην γράψεις ότι δεν θα γράψεις, γιατί τότε είσαι αγενής και εγώ αγενής δεν είμαι. Είμαι ευγενής. Και special. Και λίγο γουρούνι. Πρέπει να την κάνω τώρα. Αργότερα, νεώτερα.

Saturday, November 1, 2008

Η Mοίρα και ο SpecialMitsos


Τις τελευταίες νύχτες δεν κοιμήθηκα. Τις πέρασα στον καναπέ του διαμερίσματος του Τ.Λ.Κ. στο κέντρο. Στο σπίτι μου δεν μπορώ να πάω πια. Στην πόρτα έχει αναρτηθεί το κατασχετήριο. Το σπίτι μου δεν μου ανήκει. Θα βγει σε πλειστηριασμό καποτε τον Νοέμβρη. Το σπίτι μου με όλα τα προσωπικα μου είδη. Με ότι έχω.
Δεν παραπονιέμαι. Ανησυχώ όμως. Ανησυχώ γιατί τα χρέη δεν θα πληρωθούν έτσι. Είναι πολύ περισσότερα. Ότι έβγαλα τα τελευταία χρόνια τό παιξα στο χρηματιστήριο. Με βάση τις μετοχές μου, είχα πάρει δάνεια για να αγοράσω κι άλλες μετοχές. Έλεγα να πουλήσω τον Δεκέμβρη. Ειχα υπολογίσει να τριπλασιάσω τα λεφτά μου. Και θα τα τριπλασίαζα σχεδόν, αν ήμουν εδώ όταν ξέσπασε η κρίση και προλάβαινα να πουλήσω. Ήμουν όμως στην Αφρική. Έξω από την Χαράρε. Και δεν είχα ούτε ίντερνετ εκει που ήμουν, ούτε άκουσα τίποτα για την κατάρρευση. Έτσι όταν γύρισα ήταν αργά. Μπορώ βέβαια να περιμένω να ξανανέβει, (πάντα ξανανεβαίνει) αλλά δεν θα προλάβω. Βλέπεις δεν δανείστηκα απο τράπεζες. Δανείστηκα από, ας πούμε, ιδιωτικές πηγές. Το σπίτι το ξέγραψα. Και το άλλο στην Μαδρίτη το ίδιο. Τα ξέρουν όλα. Θα μου τα πάρουν όλα. Και πάλι δεν με νοιάζει. Θα επιβιώσω οικονομικά κάπως. Το θέμα είναι να επιβιώσω και κυριολεκτικά. Γιατι δεν αστειεύονται.
Χτες δέχτηκα ένα τηλεφωνημα που με βεβαίωσε για αυτό. Χρειάζεται ακόμα, πέραν των σπιτιών και των μετοχών μου, ένα σεβαστό ποσό για να αποπληρώσω αυτούς τους ανθρώπους. Δεν τους φοβάμαι, αλλά η προοπτική να καταλήξω στο νοσοκομείο με μόνιμες βλάβες ή να αποδημήσω εις τόπον χλοερόν δεν μου είναι ευχάριστη. Έχω πράγματα να κάνω. Πολλά πράγματα.
Προσπαθώ να βρω έναν τρόπο, αλλά σήμερα ήρθε το επιστέγασμα.
Τη ωρα που κατέβηκα να πάρω κρουασάν και εφημερίδα, ένας χαμογελαστός τύπος με πληροφόρησε ότι θα μου χαρίζονταν τα υπόλοιπα χρέη αν τους παραχωρούσα το blog.
Δεν μπόρεσα καν να απαντήσω. Πήγα να του επιτεθώ αλλά δεν είχε νόημα. Με έπιασε γλυκά από τον σβέρκο και μου είπε " Σκέψου το ρε φίλε, τι ψυχή έχει;"
Τι ψυχή έχει! Τρέμοντας ανέβηκα στο σπίτι. Άνοιξα το λαπτοπ και χάιδεψα την οθόνη του Take a Walk. Οχι, αυτό δεν θα γίνει. Θα τα διαγράψω όλα σκέφτηκα. Το blog θα πεθάνει μαζί μου.
Μπήκα στο Blogger και προσπάθησα να το διαγράψω. Ο κωδικός μου δεν πέρναγε. Μια, δυο , τρεις. Τίποτα. Πήρα έναν φίλο γνωστό γκουρού των κομπιούτερ και του το περιέγραψα. Με άκουσε ταραγμένο και ρώτησε τι τρέχει. Του τα μάσησα και ανησύχησε. Σε 10 ήταν στο διαμέρισμα του Τ.Λ.Κ.
Το blog δεν ξεκλείδωνε με τίποτα. Ο φίλος μου εξήγησε, ότι με κάποιον τρόπο είχαν αλλάξει τον κωδικό μου. Κάπως τον είχαν βρει, πιθανόν με κάποιον ιό, και τώρα ήλεγχαν το blog.
Μετά με ρώτησε τι συμβαίνει. Του τα είπα όλα. Στο κάτω κάτω δεν είχα διαπράξει κανένα έγκλημα, ίσως μόνο αυτό της απληστίας. Δεν μου άξιζε τέτοια τύχη.
Ξαφνικά, μεσα σε αυτό το πηχτό σκοτάδι της απελπισίας, άναψε ένα φως.
Ο φίλος θα με βοηθούσε. Θα πλήρωνε αυτός τους εκβιαστές. Λεφτά είχε αφθονα, αλλά εγώ δεν ήθελα άλλα δάνεια και αρνήθηκα. Δεν πρόκειται για δάνειο είπε. Θα αγοράσω εγώ το blog σου. Το έβρισκα πάντα καταπληκτικό και εξάλλου θα γράφεις όποτε θέλεις.
Έμεινα άφωνος. Η συγκίνηση με πλημμύρισε. Τον αγκάλιασα βουβά.

Την επόμενη μέρα όλα είχαν τακτοποιηθεί.
Οι κακούργοι είχαν τα χρήματα τους και εγώ τον κωδικό. Δηλαδή ούτε αυτόν, γιατί τον έδωσα στον ευεργέτη μου. Τώρα δεν έχω τίποτα. όπως τότε που ήμουν 20 ετών. Η ελευθερία μου είναι απεριόριστη. Νιώθω υπεροχα. Αύριο φεύγω. Με ένα από τα βαπόρια του φίλου. Μπαρκάρω! Πάντα το ήθελα αυτό. Τι περιπέτεια! Θα γράφω όταν έχω καιρό.
Πριν φύγω έχω μια τελευταία υποχρέωση. Να παρουσιάσω τον ευεργέτη μου. Το όνομά του είναι πασίγνωστο αλλά το προσωπό του άγνωστο. Το όνομά του δεν θα το αποκαλύψω, δεν δέχεται με τίποτα,αλλά με την άδειά του θα παρουσιάσω το πρόσωπό του. Και απλά θα αναφέρομαι σ' αυτόν με το παρατσούκλι που του είχαμε κολλήσει όταν σπουδάζαμε στην Οξφόρδη. Τότε όλοι τον ήξεραν ως ο .......

special mitsos



Ο special mitsos, ενας άνθρωπος μεγάλων ταλέντων και τεράστιας γοητείας, αναλαμβάνει από σήμερα το blog. Εγω, ταπεινός υπηρέτης της τέχνης, μπαρκάρω για τα ξένα. Ο special mitsos είναι άνθρωπος βαθειά ακοινώνητος, και έτσι ένας από τους όρους του, είναι ότι δεν υπάρχουν σχόλια στο blog. Υπάρχει όμως το e-mail του, και έτσι μπορεί κανείς να τον σχολιάζει, υμνεί ή σκυλοβρίζει σε καθαρά προσωπικό επίπεδο. Δοκίμασα να τον αποτρέψω αλλά εις μάτην. Ένας άλλος όρος της αγοραπωλησίας είναι ότι δεν θα γράφω ποτέ και πουθενά εκτός από το blog του. (Θεε μου! ακούγεται παράξενο. Το blog του!)΄Ετσι αναγκάζομαι να αποσυρθώ από όλα τα άλλα blog στα οποία έγραφα κατά καιρούς. Κι ένας τρίτος όρος είναι ότι το blog ενώ διατηρεί τον τίτλο του, παίρνει τό όνομα του νεου ιδιοκτήτη και λέγεται specialmitsos.blogspot.com.
Η τελευταία αυτή αλλαγή θα ενεργοποιηθεί σε δυο τρεις μέρες μετά από παράκλησή μου ώστε να ενημερωθούν οι χιλιάδες αναγνώστες.
(Παρεμπιπτώντος ο specialmitsos απεικονίζεται μαζί μου στην φωτογραφία μου με φίλους στην αρχή του blog οπότε δεν γεννάται θέμα αντικατάστασής της.)


Δεν μου μένει τίποτε άλλο. Τίποτε. Έχω έναν κόμπο στον λαιμό και ένα σφίξιμο στο στομάχι. Αύριο μπαρκάρω για Σανγκάη. Το άγνωστο με περιμένει. Έχω ιδέες και σχέδια. Να δούμε τι θα βγει. Ο παλιόφιλος Sergio Λιναρδάτος έλεγε, "Γιατί αποφεύγεις τις λακούβες μάγκα μου; Αφού γουστάρεις την λάσπη!"
Ναι έτσι είναι. Πρέπει να βρώ τον σκούφο και τα γάντια μου. Φεύγω.

Tuesday, October 28, 2008

Σκυλος Γατα Ψαρι


Τον Δεκέμβρη του 87 τελειώνοντας το διδακτορικό μου στην Στοκχόλμη σκεφτόμουν πως θα γινόταν να επέστρεφα όσο το δυνατόν πιο θεαματικά στην Ελλάδα, με αντικειμενικό σκοπό να ρίξω στο κρεββάτι την Κ.Ζ.Τ, τότε πρωτοεμφανιζόμενη γκαλερίστα με τρελλό τουπέ και αμφισήμαντες προτιμήσεις στους άντρες και τις γυναίκες. Την είχα γνωρίσει έναν χρόνο πριν στο
Kunstpalast της Δρέσδης όπου είχα επιμεληθεί μια ρετροσπεκτίβα του Lars Wichsenkopf.
H Κ.Ζ.Τ με είχε αντιπαθήσει εξ αρχής, πράγμα κατανοητό όταν συναντάς έναν τύπο με τεράστια γουνα, ολόγυμνο από μέσα, που πέρδεται ασυστόλως. Όμως η έκθεση είχε επιτυχία και αναγκαστικά βρεθήκαμε να συντρώμε. Της πρότεινα να συνεργαστούμε στην Ελλάδα, όταν θα επέστρεφα. Εγώ εννοούσα την επίτευξη ηδονής, εκείνη την επίτευξη εικαστικών γεγονότων.
Εν πάση περιπτώση και για να μην τα πολυλογώ η πρόταση έπεσε στο κενό. Εκείνη ήθελε ονόματα που να τα ήξερε ο κόσμος κι εγώ ήθελα να τρομάξω τον κόσμο, οπότε δεν βρέθηκε σημείο τομής. Αλλά εμένα μου άρεσε. Όταν ο Wichsenkopf επέστρεψε στην ησυχία του εργαστηρίου του στο Haalsand, του έγινα λίγο φόρτωμα προσπαθώντας να βρω ανάμεσα στους μαθητές του κάποιον, πάνω στον οποίο να μπορώ να στηρίξω ένα λίγο παρακινδυνευμένο σχέδιο που είχα μηχανευτεί για τον ιερό σκοπό μου.
Τον βρήκα στο πρόσωπο του Βαγγέλη Henriksen παντελώς άγνωστου, μπαρόβιου, Ελληνοσουηδού καλλιτέχνη. Με τον Βαγγέλη ταιριάξαμε αμέσως. Όχι μόνο γιατι έκανε μαγικά με το Aquavit όπως κι εγώ, αλλά γιατί έψαχνε κι αυτός έναν εντυπωσιακό τρόπο να πάει στην Ελλάδα για να μπει στο ρουθούνι του πατέρα του, Lasse Henriksen, που σιχαινόταν την Ελλάδα σαν τα κακά του, για τον λόγο ότι ήταν η πατρίδα της Άννας, της τέως συζύγου του και νυν ιδιοκτήτριας της μισής του περιουσίας, την οποία ο Βαγγέλης λάτρευε σαν θεά (την Άννα, όχι την περιουσία).
Έτσι μηχανευτήκαμε την έκθεση "Trapped Animals" .
Εκείνος έκατσε και έφτιαξε σε έξη μήνες 23 γλυπτά, πιστά αντίγραφα διαφόρων ζώων μέσα σε γυάλες στερεωμένες σε ξύλο, κι εγώ ξεκίνησα ένα πρωτοφανές hype, ενεργοποιώντας όποιον ήξερα, οπουδήποτε στον πλανήτη, με ένα κάρο κείμενα, διαλέξεις, παρουσιάσεις και υπονοούμενα προς πάσα κατεύθυνση. Στο τέλος μας παρακαλάγανε να εκθέσουμε.
Η πρώτη ατομική έκθεση έγινε τον Νοέμβρη του 88 στο Louisiana έξω από την Κοπενχάγη. Πανζουρλισμός. Έφερα μέχρι και τον Έλληνα πρέσβη. Ο πρέσβης υποσχέθηκε να βοηθήσει στα τεχνικά της καθόδου της έκθεσης στην Ελλάδα. Νόμιζε ότι επρόκειτο για πασίγνωστο Έλληνα του εξωτερικού. Έλαβα κάποια γράμματα βέβαια, από διάφορους κριτικούς, που ευγενικά αλλά καχύποπτα ζητούσαν πληροφορίες, και στούς οποίους έστειλα πλούσιο φωτογραφικό και αρχειακό υλικό με δουλειές του Βαγγέλη από την προεργασία που είχαμε κάνει οι δυό μας, δημιουργώντας ένα αληθοφανέστατο ιστορικό της πορείας του.
Ο στόχος μου ήταν να προσελκύσω την Κ.Ζ.Τ.
Όπερ και εγένετο. Η μητέρα του Βαγγέλη είχε επενδύσει ένα συμπαθητικό ποσο σε ένα έργο από την γκαλερί της και το πράγμα άρχισε να ψήνεται.
Με τα πολλά και την ανένδοτη στάση μου όσον αφορά τον χρόνο και το στήσιμο της έκθεσης η Κ.Ζ.Τ δέχτηκε να ανοίξουμε μέσα Σεπτεμβρίου στην γκαλερί, αλλά τα έργα έπρεπε να έρθουν τον Ιούλιο στη Αθήνα από το Αμβούργο που εκτίθεντο μέχρι τον Μάιο και να παραμείνουν πακεταρισμένα μέχρι μια εβδομάδα πριν την έκθεση. Αυτός ήταν ο ορος μου.

Όλοι είχαν την εντύπωση. ότι τα έργα ήταν από ρητίνη, λάτεξ και συνθετικό νήμα.
Αλλά δεν ήταν.
Ήταν από βούτυρο.

Ο Βαγγέλης τα έβρισκε όλα αυτά καταπληκτικά, στο πνεύμα του Kippenberger και του Beuys κι εγώ είχα ήδη ετοιμάσει μια ολόκληρη φιλολογία για αυτό που θα αντίκρυζε η Κ.Ζ.Τ μόλις τα άνοιγε.
Πρώτα άνοιξαν την Στρουθοκάμηλο, για να αντικρύσουν ένα πράγμα σαν πάστα φλώρα με υπέροχους βυσσινί μύκητες. Οι παρευρισκόμενοι έμειναν εμβρόντητοι. Στα πρόθυρα λιποθυμίας.
Ο Βαγγέλης είπε ένα "θαυμάσια, ε αγόρι μου" κοιτάζοντάς με, κι εγώ προχώρησα και επι πέντε λεπτα παρατηρούσα με αυτοσυγκέντρωση το έργο. Δάκρυσα κι όλας.
Ο Βαγέλης έπιασε ένα λογίδριο περί εφήμερου και μεταβλητής πραγματικότητας. Κανείς δεν έβγαλε κιχ. Όλοι έκαναν τουμπεκί. Θεώρησαν πως έτσι είναι αν έτσι νομίζετε.
Η έκθεση σάρωσε. Ήταν αυτή ακριβώς η έκθεση που έκανε την Κ.Ζ.Τ το όνομα που είναι σήμερα.
Ακόμα και τώρα, σε δύο σπίτια, τους ιδιοκτήτες των οποίων γνωρίζω προσωπικα, φιλοξενούνται τα έργα του Βαγγέλη. Νομίζω η Γατα και το Ψαρι, αν και έτσι όπως έιναι σήμερα δεν έχει διαφορά.
Την Κ.Ζ.Τ φυσικά την κατάφερα. Ο Βαγγέλης δεν ξανάφτιαξε τίποτα παρόμοιο. Ζει στο Γκετεμποργκ και έχει αναλάβει την επιχείρηση του πατέρα του. Όταν έχει χρόνο κατασκευάζει μικροσκοπικές μινιατούρες βυζιών. Είμαστε ακόμη φίλοι.

Sunday, October 5, 2008

Ειδα τον Μόρτιμερ


Όποιος βαριέται να ζυμώσει πέντε μέρες κοσκινίζει.
Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.
Όλα τα ταξίδια ξεκινούν με ένα βήμα.
Μπλέ ήταν τα παράθυρα μπλε και τα φινιστρίνια.
Σίγουρα θα μολόγαγες αν είχες περιστέρι.
Καλή καρδιά και πλάτανος, καλή και πελεκούδα.
Μαρούλα μπες στα δύσκολα, Μαρούλα μπες στα χιόνια.
Σασκούλα ρεν τα μερδεμέ, σασκούλα ρεν τα τρίλια.
Κορκονοσούρα μάνταλο κορκονοσούρα μέλι.
Σουμπρουλουμούς ερκελεμάν, ρολόμπεντρο καρόγιο.

Και πολλά άλλα τέτοια. Μίλαγε πάντα με παροιμίες. Μονολογούσε όλη την ώρα.
Το μυαλό του δεν σταμάταγε ποτέ. Δεν κοιμόταν. Δεν έτρωγε. Μίλαγε ασταμάτητα. Μίλαγε ασταμάτητα. Μίλαγε. Μίλαγε.
Μετα ένας περάστικός κάτι είπε σε έναν άλλο περαστικό και τότε του έγινε μια μεγάλη αποκάλυψη. Έμεινε αποσβολωμένος για πολύ ώρα. Έβρεχε. Έγινε μούσκεμα. Έγινε μούσκεμα ως το κόκκαλο. Πήγε στο πάρκο και βρήκε ένα κουτί. Το γέμισε χώμα. Το πήρε στο δωμάτιό του.
Περίμενε να φυτρώσει κάτι. Περίμενε. Περίμενε. Περίμενε.
Τίποτα.
Ξανάρχισε τα ίδια. Μονολογούσε διαρκώς. Δεν κοιμόταν ποτέ.
Μετά άρχισε να χαράζει στα δέντρα σύμβολα. Ακολουθούσε καθημερινα την πορεία των χτεσινών συμβόλων. Και χάραζε τα καινούρια μόλις τέλειωναν τα παλιά. Στο τέλος όλο το πάρκο ήταν γεμάτο χαρακιές.
Μετά άρχισε να αμφισβητεί την γνησιότητά τους. Έβλεπε περαστικούς και τους ακολουθούσε να δει μήπως πειράζουν τα σύμβολα. Όλη νύχτα έπεφτε σε παραισθήσεις. Έβλεπε μικρούς εφιάλτες. Μικρούς σαν τραπουλόχαρτα. Δεν τον άφηναν να κοιμηθεί.
Το πάρκο όλο μίκραινε. Κάθε μέρα. Την νύχτα εφιάλτες. Την μέρα σύμβολα στο πάρκο.

Στο τέλος:
Μια τεράστια, τεράστια, κόκκινη φωτεινή επιγραφή με ένα σπιραλ που γύριζε και άκουγες τραγούδια.

Thursday, October 2, 2008

Dj set


Ο John Λυκομήτρος, παλιός συμμαθητής στο νυχτερινό, γνωστός dj του εξωτερικού και ιερωμένος, παίζει την Παρασκευή σε μπαράκι της πλατείας Εξαρχείων.
Θα είμαι εκεί και θα υπογράψω αυτόγραφα σε νέους και νέες.
Παρακαλώ, ένδυμα διαφανές.
Θα σερβιριστεί και σύγκλινο Μάνης.

Friday, September 26, 2008

Σβουτς



Ο Σβούτς ο πίθηκος, είναι ένας από τους κατοίκους του ζωολογικού πάρκου της Χαράρε.
Η λέξη Σβουτς είναι μια κατα προσέγγιση γραφή του ονόματός του μια και δεν είναι δυνατόν να αποδώσουν τα ελληνικά γράμματα την προφορά της λέξης. Ούτε και τα λατινικά γράμματα μπορούν. Έτσι ας τον λέμε Σβουτς.
Το συγκεκριμένο ζωολογικό πάρκο έχει την ιδιομορφία ότι δεν θέτει καμιάς μορφής περιορισμούς στα ζώα. Δεν υπάρχουν κάγκελα να τα χωρίζουν, παρ' εκτός της εξωτερικής περίφραξης, δεν υπάρχουν τάφροι ή γυάλινα παραθυρα ή τοίχοι. Δεν υπάρχει καν συγκεκριμένο μονοπάτι να ακολουθήσει κανείς. Και βέβαια δεν υπάρχουν φύλακες να περιπολούν. Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που ρίχνουν συγκεκριμένες ώρες της ημέρας τροφή σε συγκεκριμένους χώρους και μετά την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια. Τα ζώα προέρχονται από διάφορες περιοχές και πρόκειται ως επί το πλήστον για τραυματίες συμπλοκών με κυνηγούς, αυτοκίνητα και ενόπλους διαφόρων χωρών και πεποιθήσεων. Είναι ζώα που έξω θα πέθαιναν σίγουρα και που εδώ έχουν ένα 10% να επιβιώσουν. Τα φέρνουν κατά καιρούς διάφοροι ταγμένοι στην αλληλοβοήθεια και ενίοτε έρχονται μόνα τους ακούγοντας τις φωνές των ήδη ενοίκων. Μιλάμε για αγρια ζώα βέβαια. Μιλάμε για λεοπαρδάλεις, αντιλόπες, ελέφαντες, ύαινες.
Τέτοια ζώα.

Όπως είναι εύκολο να αντιληφθει κανείς δεν πρόκειται για ένα πάρκο που έχει υψηλή επισκεψιμότητα από ανθρώπους. Το κόστος συντήρησης και διατροφής καλύπτεται περιέργως από την βρετανική κυβέρνηση και συγκεκριμένα πρόκειται για ένα κονδύλι που μοιράζεται ανάμεσα στο Imperial College και την Βρετανική Ψυχολογική Εταιρία.
Ο λόγος είναι ότι πρόκειται για ένα σπουδαστήριο συμπεριφοράς και εξέλιξης.

Το πάρκο είναι γιγαντιαίο.
Στην Αφρική οι διαστάσεις έχουν άλλη έννοια από ότι σε εμας.
Το πάρκο είναι τεράστιο. Δεν μιλώ για εθνικό δρυμό παρ' όλα αυτά. Είναι ένας χώρος προσεκτικά και ερμητικά περιφραγμένος με διάφορα βοηθήματα για τους επισκέπτες του.
Κάθε χρόνο πολλοί φοιτητές, μελετητές και άλλοι επιστήμονες περνούν χρόνο παρατηρώντας πράγματα.
Ο Σβούτς λοιπόν, ένοικος εδώ και εννιά μηνες, παρουσίασε μια ασυνήθιστη νευρικότητα την τελευταία εβδομάδα. Συνήθως, λόγω ενός φρικτού τραυματισμού της σπονδυλικης του στήλης από μια άθλια νάρκη, δεν περπατάει με τα τέσσερα αλλά μονο με τα δύο πίσω πόδια. Περιδιαβαίνει τον κήπο και έχει αναπτύξει λίγο πιο ανθρώπινο look.
Αίφνης έγινε νευρικός. Δεν του αρκούσε το κρησφύγετό του και βρισκόταν σχεδόν συνέχεια στην πύλη που είναι και το μόνο μέρος πού υπάρχουν άνθρωποι σε μόνιμη βάση. Τράβαγε τα μπατζάκια των υπαλλήλων, τους έπαιρνε πράγματα, τους κορόιδευε διαρκώς.
Στην αρχή το βρήκαν αστείο και έπαιζαν μαζί του, μα μετά ο Σβούτς σοβάρεψε και άρχισε να σχεδιάζει στον λευκό σοβά της αποθήκης διάφορα σχήματα με τον μαρκαδόρο ένος φρουρού. Στην αρχή σκόρπιες γραμμές μα μετά τα σχήματα άρχισαν να παίρνουν μορφή και ένα πρωί ξυπνώντας οι υπάλληλοι αντίκρυσαν ένα απίστευτα σύνθετο graffiti, μια παράξενη γυναικεία μορφή με χίλια στολίδια και μια αράχνη στο μάτι της.

Το έργο φωτογραφήθηκε πρόχειρα και εστάλη στο Λονδίνο.
Φυσικά δημιουργήθηκε απορία και μερικοί υπέθεσαν απάτη ή φάρσα.
Γεγονός είναι πως μερικές μέρες μετά ο Σβούτς εξαφανίστηκε.
Ειδικό κλιμάκιο σάρωσε το πάρκο χωρίς αποτέλεσμα.
Βρέθηκε μόνο ο μαρκαδόρος σε έναν σωρό από λιονταρίσιες σκατούλες.
Οι σκατούλες φωτογραφήθηκαν επίσης πρόχειρα. Κατόπιν συσκευάστηκαν προσεκτικά και εστάλησαν επίσης στο Λονδίνο.
Μέχρι τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές δεν έχει βγει άκρη για το γεγονός. Έχω λάβει υποσχεση ότι θα κρατηθώ ενήμερος αλλά βέβαια μιλάμε για την Χαράρε και στην Ζιμπάμπουε η επικοινωνία δεν είναι πάντα ομαλή.

Saturday, September 20, 2008

Ζώα με κεραίες


Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι περίεργοι. Είναι ενίοτε και τα κατώτερα όντα. Η περιέργεια, μια ανεξήγητη δύναμη, πιο ανεξήγητη από την σκοτεινή ύλη, πιο δύσκολα κατανοητή από το μποζώνιο του Χιγκς, ή το χιγκόνιο του Μποζ, είναι η πραγματική αιτία που τα πράγματα δεν μένουν στάσιμα. Πως ορίζεις την περιέργεια. Ανάγκη εντυπώσεων; Κάτι σαν πείνα; Γιατί υπάρχει; Γιατί δεν έχουμε μόνο την ανάγκη της τροφής και της αναπαραγωγής. Γιατί η περιέργεια είναι ανώτερη των παραπάνω. Οι ορισμοί των αναγκών σκοντάφτουν πάντα στο ότι υπάρχει μια απλή εξήγηση που κάνει τον ορισμό να περιττεύει. "Γιατί έτσι". "Γιατί έτσι είμαστε κατασκευασμένοι". Α μάλιστα...
Ο Sergio Λιναρδάτος, ένας παλιός ελληνοπερουβιανός συμμαθητής με τον οποίο μοιραζόμασταν
απορίες και αργότερα αλκοόλ, έλεγε ότι τότε, όταν κοίταζε τον ουρανό, κόντευε να τρελλαθεί γιατί δεν χωρούσε ο νους του την έννοια του "που βρίσκεται ο ουρανός. Τι υπάρχει μετά;"
Πρόσφατα σε ένα mail ( ζει στην Γουατεμάλα ως πρόξενος του Περού) του ξαναέθεσα την ερώτηση.
Απάντησε " Don't give a shit anymore, dearest. It's not a question for us. It's not interesting"
Μετά μιλήσαμε για λογοτεχνία.

Monday, September 15, 2008

Ακίνητο


Ο Ευγένιος Δεμούργος-Letraset προκειμένου να πάψει να δέχεται παρακλητικες συνομιλίες χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κατασκεύασε μια δικής του συλλήψεως συσκευή την οποία έχρισε τηλέφωνο και παρόλο που δεν του προσέφερε καμιάς μορφής ασύρματη ή ενσύρματη σύνδεση με οποιοδήποτε δίκτυο, εκείνος επέμενε να τηλεφωνεί με αυτήν.
Στην αρχή η μικρή του αυτή ιδιοτροπία πέρασε με συγκατάβαση και μισόγελα στους γύρω του.
Όσο περνούσε ο καιρός όμως και οι συνομιλίες του πλήθαιναν σε αριθμό και μάκραιναν σε διάρκεια, αποφασίστηκε να του γίνει μια αγαθών προθέσεων συζήτηση μήπως και έρθει στα συγκαλά του.
Κατά την διάρκεια αυτής της συζήτησης και ενώ το αδιέξοδο διαφαινόταν απειλητικό, η συσκευή εξέπεμψε έναν ήχο μεταξύ σειρήνας και κλαρινέτου και ο Ευγένιος ζήτησε συγγνώμη και δέχτηκε την κληση. Μίλησε για πέντε-εξη λεπτά και κατόπιν χαμογελαστός ανακοίνωσε πως έπρεπε να φύγει για μισή ώρα.
Η μισή ώρα έγινε μία και μετά δύο και μετά πολλές πολλές ακόμα. Δεν επέστρεψε ποτέ.
Η συσκευή έκτοτε παρέμεινε σιωπηλή.
Εκτός από μια φορά κάθε δύο μήνες που διέφευγε από το ακουστικό ένας μικρός γαλάζιος ατμός και ακουγόταν κάτι σαν βρισιά.

Wednesday, August 20, 2008

negative


Ονειρεύομαι άλλες χώρες. Ονειρεύομαι βροχή και κρύο. Όχι πολύ κρύο. Όχι χιόνια και έρημα σπιτάκια. Ονειρεύομαι όμως μακρυά πράσινα μονοπάτια και μολυβένια, σχεδόν ανθρακιά σύννεφα στο βάθος. Ονειρεύομαι βρεγμένα χόρτα και θαλασσινό άνεμο. Τις βροντές των κυμάτων στα βράχια. Το νερό αφρισμένο στις παραλίες και την άμμο βρεγμένη. Παράλογα ονειρεύομαι ότι η θάλασσα δεν είναι κρύα. Ακόμα. Ονειρεύομαι ησυχία.
Ονειρεύομαι ένα άλλο ημισφαίριο. Τι καλά που υπάρχει ένα άλλο ημισφαίριο!

Sunday, July 20, 2008

Σπάνια βροχόπτωση



Χτες έβρεξε. Έριξε μια αλύπητη νεροποντή. Στον κήπο μας στο Λατάρ-Εκρούτς εμφανίστηκαν βατράχια. Είχε να γίνει κάτι τέτοιο από το 79 όταν έιχε ξεχειλίσει το ρέμα της Ποντίκαινας. Έκτοτε το ρέμα σκεπάστηκε για να περάσει ο αυτοκινητόδρομος. Το σπίτι μας είναι πια κάτω από μια εντυπωσιακή γέφυρα σχεδιασμένη από τον Herman Weisweiler. Έργο τέχνης. Την ίδια γνώμη είχαν και τα βατράχια. Έκρωζαν όλη νύχτα προς την γέφυρα. Το πρωί βγήκε ο ήλιος και έπαψαν να ηχούν. Μετά εξαφανίστηκαν. Τα βρήκαμε αργότερα δολοφονημένα από αγνώστους. Ο γιός της γειτόνισσας θύμωσε τόσο που κραδαίνοντας το αντιαρματικό του Αγάπαθλου βγήκε στην γύρα να εκδικηθεί. Το βράδυ γύρισε αναψοκοκκινισμένος και πολύ γηραιότερος. Άφησε κάτω το όπλο και έφτυσε έξω από το παράθυρο. Μετά μας κέρασε ρακή.
Άντε μωρέ καρντάσια! είπε. Και έφτυσε έξω από το παράθυρο. Την θεία Φρίντα την έπιασαν τα κλάμματα.

Thursday, July 17, 2008

Το Εργοστάσιο των παιχνιδιών. (Επίλογος)


Το καλοκαίρι του 2008, ένα καλοκαίρι με μεγάλες αλλαγές, ένα καλοκαίρι δίσεκτου έτους και άρα ολυμπιακού, δύο Έλληνες τουρίστες περιδιαβαίνουν τα σοκάκια της Arles, στην Provence, στην νότια Γαλλία. Σταματούν σε ένα παράξενο κατάστημα, κάτι σαν παλαιοπωλείο που όμως είναι γεμάτο σκονισμένα παλιά frisbee. Τους κάνει εντύπωση και μπαίνοντας πιάνουν την κουβέντα με τον ιδιοκτήτη, έναν εικοσπεντάχρονο φευγάτο Γάλλο γεμάτο τατουάζ και δαχτυλίδια. Τους μιλά για τα Pascal, τα καλύτερα Frisbee που κατασκευάστηκαν ποτέ και που λίγα πιά υπάρχουν. Τα πουλάει μόνο σε συλλέκτες και γνώστες, και περνάει τον χρόνο του μεταξύ μαγαζιού, σέρφινγκ και βέβαια Frisbee. Τον ξαναβλέπουν μετά από δυο τρεις μέρες και πίνουν μαζί καφε. Ο Constantine τους καλει για φαϊ. Μένει σε ένα παράξενο μέρος, ένα κοινόβιο παλιών χίππιδων με την μητέρα του και κάποιον που αποκαλεί GG και δεν είναι σαφές τι του είναι. Ο GG είναι ένας τύπος κοντά στα 70 που έχει μια υπεροχη καλύβα στο κοινόβιο, γεμάτη βιβλία του Ιουλίου Βερν και διάφορα παράξενα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων μεταλλικά Frisbee καθώς και ενα αλαβάστρινο.Είναι συμπαθέστατος και πιάνουν κουβέντα. Είναι ειδικός στα Frisbee και τους μιλα για την ιστορία των Pascal των καλύτερων Frisbee του κόσμου. Τους λέει πως παράχθηκαν στην Ελλάδα, την χώρα τους, και μόνο για τρία χρόνια από το 78 μέχρι το 81. Τους λέει για τον μυθικό Pascal τον μεγάλο πρωταθλητή και σχεδιαστή των Frisbee που χάθηκε κάνοντας ιστιοπλοϊα με το ξύλινο σκάφος του και τους δείχνει μια φωτογραφία του εργοστασίου. Στο προαύλιο βλέπουν ένα άγαλμα του ίδιου του Pascal σε φυσικό μέγεθος, και τους εξηγεί ότι είναι χυτό, φτιαγμένο από το ίδιο το υλικό των Frisbee. Τους μιλά για τον σεισμό του 81 που άφησε το εργοστάσιο άχρηστο και την κόντρα του ιδιοκτήτη, κάποιου Τζούφρα με το ΠΑΣΟΚ που τον οδήγησε στην χρεοκοπία. Τους λέει όμορφες ιστορίες και κατορθώματα με Frisbee.
Μετά τους δείχνει μια μάντρα στην οποία εκτρέφει σπάνιες ράτσες προβάτων και τις διασταυρώνει μεταξύ τους. Είναι με κάποιον τρόπο ο γιατρός του κοινοβίου. Υπέροχος άνθρωπος. Αργά την νύχτα, γοητευμένοι και μεθυσμένοι φεύγουν.
Την άλλη μέρα, την μέρα που φεύγουν, περνούν από το μαγαζί και ο Constantine τους πουλά ένα pascal σε καλή τιμή.
Στην Ελλάδα το ψάχνουν λίγο στο google. Βρίσκουν διάφορα στοιχεία αλλά το πιο εντυπωσιακό αφορά το άγαλμα του Pascal.
Ο μύθος λέει πως το άγαλμα εκλάπη λίγο μετά την χρεωκοπία του εργοστασίου από άγνωστους. Λέει ακόμα πως του έγινε κανονική κηδεία κάπου στις εκβολές του Εύηνου στην Αιτωλοακαρνανία, γεγονός που υποτίθεται συγκέντρωσε μανιακούς του αθλήματος από όλο τον κόσμο. Άγνωστο γιατί, άγνωστο από ποιούς. Άγνωστο πότε και άγνωστο που ακριβως. Και βέβαια άγνωστο αν πρόκειται για φήμη ή όχι. Κανένα στοιχείο. Το μόνο επιβεβαιωμένο γεγονός είναι ότι ο Τζούφρας εξαφανίστηκε επίσης μυστηριωδώς με διάφορα εντάλματα περί χρεών και παραβάσεων να εκκρεμούν εις βάρος του. Δεν ξανάκουσε κανείς ποτέ για αυτόν.

Monday, July 14, 2008

Το Εργοστάσιο των παιχνιδιών (μέρος πέμπτο)



link στο τέταρτο μέρος
link στο τρίτο μέρος
link στο δεύτερο μέρος
link στο πρώτο μέρος



Ο Mel Ferrer κοίταξέ τον Mel με λαμπερό βλέμμα. O Mel κοίταξε τον Mel Ferrer άναυδος.
Μετά η έμφυτη ευγένεια του Mel νικησε.
Ο κύριος Τζούφρας; είπε. Αισθανόταν το μυαλό του να πάλλεται σαν τσούχτρα.
Ο κύριος Τζούφρας απάντησε ήσυχα. “Ο κύριος Τζούφρας αγαπητέ δεν είμαι εγώ. Απεβίωσε προ ετών. Μεγάλη απώλεια. Εγώ λέγομαι Pascal Lartigue. Να ελπίσω ότι συνομιλώ με τον Mel Τζιριλή;”
Ο Mel εξέπνευσε με δύναμη και στηρίχθηκε στον τοίχο. Γαμώ τα Frisbee και όλους τους βλαμμένους ηλίθιους κωλοσκατάδες φίλους του πατέρα μου σκέφτηκε. Ή μάλλον δεν σκέφτηκε γιατί να σκεφτεί δεν μπορούσε.
Βρισκόταν σε μια κατάσταση σαν ύπνωση. “Μα ελάτε φίλε μου, ελάτε να πιούμε ενα Calvados και να σας τα πω όλα. Τώρα πια όλα θα φτιάξουν. Μην ανησυχείτε”
Τι θα φτιάξει δηλαδή;
Τον έσπρωξε σε ένα ροζ δωμάτιο με πρασινα σοβατεπί. Ένας τεράστιος γωνιακός καναπές έβλεπε προς την τζαμαρία. Διάφοροι πίνακες και φωτογραφίες στους τοίχους. Απεικόνιζαν δισκοβόλους. Ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε στον Mel.
Το πρώτο Calvados ούτε το κατάλαβε. Το δεύτερο ελάχιστα. Ο άλλος εξακολουθούσε να έχει ένα βλέμμα αβροφροσύνης, αληθινά όμως φιλικό.
Στο τρίτο ποτό ο Mel ρώτησε τον Pascal-Τζούφρα-Mel Ferrer: “Είσαι ο γιός του Jacques έτσι;”
“Κατά έναν τρόπο ναι. Κατά άλλον όχι.”
O Mel παραιτήθηκε. Το μυαλό του άδειασε. Κάποιος έβγαλε την τάπα και άδειασε. Σκέφτηκε ότι πιθανόν να βρίσκεται σε ένα όνειρο, όλα αυτά δεν είχαν λογική αλλά και η πιθανότητα να είναι σε όνειρο ήταν εξίσου παράλογη.
Ο άλλος ξαφνικά συνοφρυώθηκε και άρχισε να μιλάει.
“Κάποτε το όνομά μου ήταν Πασχάλης Πασχάλης. Γεννήθηκα στο Ευηνοχώρι της Αιτωλοακαρνανίας αλλά μεγάλωσα στην Πάτρα. Βρέθηκα στην Γαλλία για να σπουδάσω λυρικό τραγούδι αλλά λόγω της ομοιότητάς μου με τον Mel Ferrer μείον 20 χρόνια είχα τέτοια επιτυχία στις κυρίες που οι σπουδές γρήγορα πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Ημουν ο Pascal Pascal και πέρναγα θαύμα. Την βγάζαμε στις παραλίες και τα κοσμικά θέρετρα, ένα νέφος χαλαρών ανθρώπων με σκοπό τη διασκέδαση. Εκείνο τον καιρό ξεκινησε ο μόδα του Frisbee. Καθότι παραλιόβιοι παίζαμε σαν τρελλοί. Οργανώναμε τουρνουά και πρωταθλήματα, στην αρχή για πλάκα μετά πιο σοβαρά. Στο τέλος στήσαμε ένα πρωτάθλημα Γαλλίας. Μαντέψτε ποιός το κέρδισε. Pascal le Grand. Με παρακολουθείτε;”
Ο Mel έγνεψε ναι.
“ Εκέινο τον καιρό λοιπόν βρικόμουν στην Deauville για έναν αγώνα κι έτυχε να συναντήσω την Ρεβέκκα. Ομολογώ ότι είχα ένα φλερτάκι με κάποια φίλη της μα η ίδια ήταν μια γλυκύτατη κυρία και τελείως πιστή στον απόντα σύζυγό της. Αλληλογραφήσαμε για ένα διάστημα και όταν το επόμενο καλοκαίρι βρέθηκα στην Νικαια με προσκάλεσε για φαγητό. Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν βρέθηκα εμπρός σε κάποιον που μου έμοιαζε τόσο που θα μπορούσε να είναι πατέρας μου. Ο Jacques φυσικά. Η Ρεβέκκα ήταν άνθρωπος με μεγάλο χιούμορ και άλλη τόση έφεση στις χαριτωμένες ίντριγκες. Στην αρχή είπε στον Jacques ότι είμαι γιός του και με ‘στειλε σ’ αυτήν η μάνα μου, μια πόρνη της Βραζιλίας, μετά τον καθυσήχασε ότι είμαι γιός του Mel Ferrer και με γνώρισε στο bridge και τέλος του είπε την αληθινή ιστορία. Εκείνος την άκουγε με χαμόγελο. Την αγαπούσε τρελλά και την έβρισκε διασκεδαστική. Ένα είδος Μελίνας Μερκούρη και Ντασσέν ήταν οι δυό τους Θεός σχωρέστους.”
Δάκρυσε.
O Mel τον κοίταζε σαν να ήταν διάφανος.
“ Με την συζήτηση το θέμα πήγε στα Frisbee. Ο Jacques μας είπε για την Αμερική και την Ιαπωνία που είχε δει ανθρώπους να παίζουν με τις ώρες κι εγώ του είπα για τις επιτυχίες μου.
Γελάσαμε και περάσαμε ωραία. Τον παρακάλεσα αν βρει κάτι καλό στα ταξίδια του να μου το φέρει και το υποσχέθηκε.
Πέρασε καιρός.
Κάποια στιγμή λαμβάνω ένα τηλεφώνημα από την Ρεβ (έτσι την έλεγα) που με καλεί να συζητήσουμε μια ιδέα.
Την ιδέα την είχε κάποιος δαιμόνιος Έλληνας, ιδιοκτήτης μιας εταιρίας ονόματι G-France που έκανε εμπόριο με την Ελλάδα. Έχοντας ισχυρότατες διασυνδέσεις με την χούντα είχε κάπως εξασφαλίσει το αποκλειστικό προνόμιο να κατασκευάσει Frisbee στην Ελλάδα. Μιλάμε για αποκλειστικότητα στην παραγωγή και την διάθεση. Επί χούντας έκανες ότι ήθελες ξέρετε!”
H τσούχτρα στο κεφάλι του Mel έιχε αρχίσει να αναβοσβήνει.
“ Σύμφωνα με αυτόν τον τύπο κανένα άλλο Frisbee δεν μπορούσε να πωληθεί στην Ελλάδα. Και είχε επιπλέον εξασφαλίσει και ένα τεράστιο δάνειο. Ήταν έτοιμος να ξεκινήσει εργοστάσιο.
Υπήρχαν όμως δύο προβλήματα.
Δεν είχε ιδέα πως φτιάχνεται ένα Frisbee και με το αληθινό του όνομα δεν γινόταν να βγεί στην πιάτσα διότι τους είχε φεσώσει όλους παλαιότερα.
Έτσι απο το G-France έγινε το Τζούφρας. Το μικρό του ήταν Κωνσταντίνος. Και το πραγματικό του Τζιριλής, εξ ού και G-France. Σας λέω επί χούντας κάναμε ότι θέλαμε.”
Του Mel του έφυγε μια πορδή. Χωρίς να το θέλει.
“ Ο πατέρας σας ήταν περιπτωση ανθρώπου. Αυτοκαταστροφική ιδιοφυία. Τόσο αποτελεσματικός και ταυτόχρονα τόσο επιπόλαιος. Είμαι σίγουρος ότι με καταλαβαίνετε.
Είχε πείσει τους χουντικούς ότι θα έφερνε τον πιο επιφανή Γάλλο ειδικό και τα ελληνικά Frisbee θα πετούσαν σε όλον τον κόσμο. Επιπλέον τους είχε λαδώσει μέχρι σκασμού. Ο Γάλλος ειδικός ήμουν εγώ. Μόνο που δεν ήμουν Γάλλος. Έτσι έπεισε τον Jacques να με υιοθετήσει. Και ιδού ο Pascal Pascal Lartigue. C’ est moi!”
Ο Mel ανασηκώθηκε λίγο. Έβαλε άλλο ένα Calvados.
“Στο μεταξύ ο Jacques είχε καταφέρει να μαζέψει δείγματα, καλούπια και μήτρες Frisbee από την Ιαπωνία καθώς και να παραγγείλει ένα μηχάνημα, μια πρέσσα κατασκευης τους, από την Αμερική. Το εργοστάσιο χτίστηκε όπως βλέπετε, αλλά τρία ατυχή περιστατικά συνέβησαν που μας ανάγκασαν να φτάσουμε μόνο μέχρι τα άτυπα εγκαίνια του κτιρίου το 1972 και να μην προχωρήσουμε. Πρώτον πέθανε ο Jacques πριν προλάβει να φορτώσει τον μηχάνημα το οποίο εννοείται θα φέρναμε λαθραία, δεύτερον πέθανε ο πατέρας σας στο όνομα του οποίου είναι η επιχείρηση και τρίτον και κυριότερον έπεσε η χούντα.
Με παρακολουθείτε;”
Ναι, σας παρακολουθώ, είπε ο Mel. Και σκέφτηκε “Εξαφανίσου! Γίνε καπνός!”
Ο Pascal συνέχισε. “ Έτσι έμεινα εγώ να κάθομαι εδώ εγκλωβισμένος, καθότι το εργοστάσιο ανήκε σε κάποιον ανύπαρκτο και επιπλέον νεκρό, το μηχάνημα να είναι σε μια αποθήκη στο όνομα κάποιου επίσης νεκρού, τα χρήματα στον λογαριασμό του πατέρα σας στην Ελβετία και τα πρωτότυπα μαζί με τις μήτρες στο σπίτι της Ρεβ που έπασχε από προχωρημένο Αλτσχάιμερ. “

Ο Mel πάγωσε. “Μα η διαθήκη…….” πήγε να πει. O Pascal τον σταμάτησε.
“Αγαπητέ μου η Ρεβ είχε χρόνια την αρρώστια. Όταν ο Jaqcues πέθανε εκείνη δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τίποτα. Μην ξεχνάτε ότι είμαι επισήμως γιός του άλλα όχι δικός της. Έτσι το σπίτι θα χανόταν γιατί ήταν στο όνομά της και εξάλλου εγώ δεν είχα εύκολη πρόσβαση. Επιπλέον δεν μπορώ να φύγω από την χώρα λόγω κάποιων βερεσέδων με τις αρχές. Δεν είναι απλά τα πράγματα. Έτσι σκέφτηκα το κόλπο με την διαθήκη και τα γράμματα. Δεν είναι η πρώτη φορά που πλαστογραφώ ξέρετε και ο καλός μου Constantine Sitpard, ο δικηγόρος που γνωρίσατε, είναι φίλος από τα παλιά. Εξάλλου δεν επρόκειτο περί καμιάς απάτης. Σας χαρίσαμε ένα σπίτι που θα το έπαιρνε το κράτος. Σας διαβεβαιώ η Ρεβ πέθανε από φυσικά αίτια. Ήταν θέμα χρόνου όταν τα μηχανεύτηκα αυτά. Και ήταν ο μόνος τρόπος να σας βάλω στο παιχνίδι οικειοθελώς και να σας κεντρίσω την περιέργεια.

“Να με βάλετε σε ποιό παιχνίδι;”
“Στο παιχνίδι που λέγεται “Εργοστάσιο Παιχνιδιών Κωνσταντίνος Τζούφρας και υιος” Ο υιός είστε εσείς κύριε Τζούφρα.”

Ο Mel έκανε μια κίνηση να μιλήσει αλλά ο Pascal συνέχισε.
“Ο πατέρας σας ήταν ιδιοφυία κύριε Τζούφρα. Είχε ήδη κάνει μια νομική πράξη υιοθεσίας σας ως Τζούφρας. Μένει η υπογραφή σας. Ο κύριος Κωνσταντίνος Τζιριλής έχει από καιρού υπογράψει. Έτσι πριν υπογράψετε, θα πάτε στην Ελβετία ως κληρονόμος του μπαμπάς σας του Τζιριλή, μετά θα υπογράψετε και θα αποκτήσετε αυτό εδώ το υπέροχο εργοστάσιο ως Τζούφρας και θα ξεκινήσουμε την παραγωγή. Τα διαδικαστικά των μηχανηματων θα τα αναλάβετε εσείς.
Δεν θα χάσετε τίποτα και θα κρατήσετε και τα χρήματα του σπιτιού.
Και επιπλέον θα έχετε και κέρδη. Τα Frisbee θα σκίσουν. Τι λέτε;”

Ο Mel για κάποια δευτερόλεπτα δεν μίλησε. Μετά ζήτησε να πάει στην τουαλέτα. O Pascal, του χαμογέλασε και τον οδήγησε στο πισω μέρος του παράξενου διαμερίσματος.
Στην τουαλέτα με τα καφέ γυαλιστερά πλακάκια ο Mel έκανε έναν ωραίο εμετό και μετά έβαλε το κεφάλι του κάτω από την βρύση. Βγήκε σε λίγο κάπως αναμαλλιασμένος.

Κοίταξε τον άλλον στα μάτια. “Ακούστε κύριε Pascal pascal ή όπως αλλιώς σας λένε. Όλα αυτά δεν με αφορούν. Δεν είμαι ο πατέρας μου και δεν θέλω να έχω σχέση. Κρατήστε τα Frisbee, θα σας φέρω και τα υπόλοιπα, εν ανάγκη πάρτε και τα χρήματα του σπιτιού και αφήστε με ήσυχο. Πρώτον δεν είμαι για τέτοια και δεύτερον έχω μια δουλειά και μια καριέρα.
Δεν σας ξέρω και δεν με ξέρετε και ας μείνει αυτό έτσι. “
Ήθελε να σηκωθεί και να φύγει αλλά δεν σηκώθηκε. Περίμενε να πει κάτι ο άλλος.
“Φίλε μου σας καταλαβαίνω. Αλλά σας έχω μεγάλη ανάγκη. Είμαι εγκλωβισμένος εδώ χωρίς χρηματα και χωρίς την δυνατότητα να κάνω οτιδήποτε. Φοβάμαι ότι πρέπει να βοηθήσετε. Κι εγώ ως αντάλλαγμα
δεν θα κινησω υποψιες περί πλαστογραφημένης διαθήκης ούτε περί αρσενικού στο στομάχι της μακαρίτισας. Είστε ο μοναδικός κληρονόμος. Και έιστε και γιατρός με πρόσβαση σε αρσενικό. Και ταξιδεύετε συχνά στην Γαλλία. Μην το ξεχνάτε!”
Μα είπατε για φυσικά αίτια….., πήγε να πει ο Mel.
“Ναι, αυτό ισχύει φίλτατε. Δεν θα σκότωνα ποτέ την Ρεβ. Περίμενα υπομονετικά να πεθάνει. Δεν είχα άλλη επιλογή. Αλλά φρόντισα πριν την κηδεία να της γίνει μια ωραία ένεση αρσενικού στην κοιλιά. Τα ίχνη θα βρεθούν, μην ανησυχείτε!”
Του Mel του ήρθε μια σκοτοδίνη. Ήταν έξαλλος και ταυτόχρονα φοβισμένος. Δεν έβρισκε διέξοδο και ήθελε να γίνει κάτι και να αλλάξει κανάλι, να δει άλλη ταινία. Αλλά ήταν το 1976 και τα δυο κανάλια έπαιζαν
τρίχες. Έτσι έκανε το μόνο που μπορούσε. Αποφάσισε να κερδίσει χρόνο.
Είπε, “ θα κάνω ότι θέλετε. Αλλά να τα συζητήσουμε όλα αναλυτικά παρακαλώ.” Είχε σκοπό να βρει τρόπο να ξεφύγει. Αλλά έπρεπε να ξέρει περισσότερα.
Ο Pascal τον πήρε θερμά στην αγκαλιά του. “Όλα θα πάνε καλά αγαπητέ μου Mel. Όλα θα πάνε υπέροχα!”
O Mel κλεισμένος ερμητικά στην αγκαλιά του αναρωτήθηκε που μπορεί να βρει αρσενικό.

(ακολουθεί επίλογος)

Friday, June 27, 2008

Το εργοστάσιο των παιχνιδιών (μέρος τέταρτο)



link στο πρώτο μέρος
link στο δεύτερο μέρος
link στο τρίτο μέρος

Την Δευτέρα τα πράγματα στο γραφείο ήταν δύσκολα. Υπήρχαν θέματα με την επάρκεια μερικών προϊόντων και πέρασε την μέρα του στο τηλέφωνο με πελάτες προσπαθώντας να βρει λύσεις. Γύρω στις μία κατάφερε να ξεκλέψει χρόνο για διάλειμμα και στον δρόμο για το εστιατόριο που έτρωγε με τους συναδέλφους σταμάτησε σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Για κάποιον λόγο δεν ήθελε να πάρει από την εταιρία. Αν κάποιος τον άκουγε να μιλάει άντε να εξηγήσει. Το τηλέφωνο το σήκωσε μια γυναίκα. “Λέγετε!” “Παρακαλώ τον κύριο Τζούφρα;” “Ποιός τον ζητεί παρακαλώ;” “Τζιριλής, αν και δεν νομίζω να με γνωρίζει” “ Για ποιό θέμα παρακαλώ;” Εκεί ο Mel κόλλησε. Το μόνο που του ήρθε ήταν “Exω πρόβλημα με ένα προϊόν σας”
Η γυναικεία φωνή έκανε μια παύση και είπε “Μάλιστα. Περιμένετε παρακαλώ”.
Ξαφνικά ο Μελ είχε τρομερή αγωνία. Τι κάνω ρε γαμώτο, σκέφτηκε. Τι δουλειά έχω εγώ με τον Τζούφρα που δεν ξέρω κάν τι σχέση έχει με τα σκατοfrisbee και το πιο πιθανό είναι να με περάσει για τρελλό. Που μπλέκω και γιατί. Όμως η περιέργεια είναι άγριο πράγμα. Τον κράτησε στο ακουστικό ώσπου άκουσε μια βουτηρένια ένρινη φωνή να λέει “Παρακαλώ;” “Ο κύριος Τζούφρας;” “Ο ίδιος” “Τζιριλής κύριε Τζούφρα. Έχω αγοράσει ένα προϊόν σας και φοβάμαι ότι….” “Τι προϊόν κύριε Τζιριλή;” “Ενα frisbee” “Tι μου λέτε;” “Μάλιστα” “ Και τι πρόβλημα έχει παρακαλώ;” Ο Mel ξανακόλλησε. “ Ε, να , δεν πετάει καλά” Ο Mel ήταν σίγουρος ότι θα του κλείσουν το τηλέφωνο αλλά περιέργως ο συνομιλητής του φάνηκε να ενδιαφέρεται. “ Μα αυτό είναι σοβαρότατο. Πρέπει να μας το φέρετε πάραυτα. Μήπως έχετε περισσότερα από ένα κύριε Τζιριλή;” “ Ε ναί έχω τρια τέσσερα” “Πετάνε τα άλλα;” “ Μόνο ένα πετάει” είπε ο Mel που πιά είχε μπει σε τελείως σουρεαλλιστικό κλίμα και έλεγε ότι νά’ναι.
“Κύριε Τζιριλή θα μπορούσα να στείλω κάποιον να τα πάρει να τα ελέγξουμε, αλλά είμαι σίγουρος ότι αν έρθετε ο ίδιος στις εγκαταστάσεις μας στα Μέγαρα θα σας εξυπηρετήσουμε πληρέστερα και εκτός αυτού θα μπορέσω και να κατανοήσω εις μεγαλύτερο βάθος την φύσιν του προβλήματος που αντιμετωπίζετε με το προϊόν μας.” Παράνοια, σκέφτηκε ο Mel, πλήρης παράνοια. Άκου τι συζητάμε με τον άνθρωπο! Όμως είπε
“Βεβαίως κύριε Τζούφρα, βεβαίως. Θα μπορούσα προς το τέλος της εβδομάδας.” “Θαυμάσια αγαπητέ” είπε ο Τζούφρας και κανόνισαν για την Πέμπτη στις τέσσερεις το μεσημέρι, στην παλιά Εθνική λίγο πριν τα Μέγαρα. Εκει ήταν το εργοστάσιο.
O Mel πήγε για φαγητό αλλά του είχε κοπεί η όρεξη. Κάτι δεν ήταν λογικό στην συζήτηση. Τρίχες συζήτηση. Frisbee που δεν πετάνε και κολοκύθια τούμπανα.
Σκέφτηκε ότι το πράγμα ήταν τελείως εκτός πραγματικότητας. Σκέφτηκε ότι η νονά του και ο Τζούφρας του έκαναν πλάκα. Αλλά σκέφτηκε ακόμα ότι αν όντως ήταν έτσι τότε άξιζε να δει τι πλάκα ήταν αυτή. Από την άλλη το πιο πιθανό ήταν ο Τζούφρας να νόμισε ότι είχε να κάνει με κάποιον υποχόνδριο ψυχάκια, που περνούσε την ώρα του βρίσκοντας ελατωματικά προϊόντα. Πιθανόν να ήθελε να γελάσει εις βάρος του. Ή βέβαια να τον πλακώσει στο ξύλο. Η τελευταία πιθανότητα ήταν λιγότερο διασκεδαστική αλλά και λιγότερο πιθανότητα.
Έτσι την Πέμπτη ο Mel έφυγε λίγο νωρίτερα από το γραφείο, φόρτωσε είκοσι made in Japan και είκοσι Pascal στο Φολκσβαγκεν Variant του και ξεκίνησε για το ραντεβού.
Το εργοστάσιο ήταν ένα μεγάλο, τετραόροφο, πράσινο κτίριο σε μια πάροδο της παλιάς εθνικής λίγο μετά μια διάβαση του τραίνου. Οι οδηγίες του Τζούφρα ήταν ακριβέστατες. Εκ πρώτης όψεως του φάνηκε εγκαταλελειμμένο αλλά σκέφτηκε ότι ήταν η ώρα τέτοια και οι εργάτες είχαν φύγει. Πέρασε την πύλη με την επιγραφή “ Pascal Παιχνίδια Ποιότητας” και πάρκαρε στο προαύλιο δίπλα σε ένα μικρό ξύλινο κοτεράκι τοποθετημένο πάνω σε μια σκαλωσιά. Ιστιοπλόος ο Τζουφρας σκέφτηκε.
Εκτός από το δικό του το μόνο άλλο αυτοκίνητο στο προαύλιο ήταν μια Lancia Aurelia ελαφρώς ταλαιπωρημένη αλλά πεντακάθαρη. Μερικές παλέτες εδώ και κει και μεγάλα άδεια πλαστικά βαρέλια. Μια αποθήκη από ελλενίτ, μια μεγάλη συρόμενη πόρτα που μάλλον οδηγούσε στους χώρους παραγωγής και μια μικρότερη που φαινόταν να είναι η σωστή.
Η πορτα ήταν κλειστή. Δύο κουδούνια, Pascal και Κ.Τζούφρας. Στο Pascal δεν απάντησε κανεις. Στο Τζούφρας ακούστηκε μια φωνή από το μεγάφωνο: “Τέταρτος” και ταυτόχρονα η πόρτα άνοιξε.
Βρέθηκε σε μια τεράστια άδεια αίθουσα. Αριστερά του ένα ασανσέρ. Ο ήλιος έμπαινε από την τζαμαρία και η αίθουσα ήταν κατάφωτη. Κατάφωτη, λευκή, σκονισμένη και άδεια
Μπήκε στο ασανσερ και πάτησε 4. Το ασανσερ ήταν βιομηχανικό αλλά επενδεδυμένο με καπλαμάδες και νικέλια έτσι που μάλλον έμοιαζε για ασανσερ μεγάλου ξενοδοχείου.
Στον τέταρτο η πόρτα άνοιξε από το χέρι του οικοδεσπότη του και ο Mel βρέθηκε κατευθείαν σε ένα τεράστιο λίβινγκ ρουμ βαμμένο σωμόν που έβλεπε την Σαλαμίνα. Ο άνθρωπος που του άνοιξε την πόρτα ήταν σαραντάρης, και ίδιος ο Mel Ferrer. Στα νιάτα του.